ΠΑΝΙΔΑ


Η Πάρνηθα με τη σημαντική έκτασή της, την πλούσια χλωρίδα της, το πολυποίκιλο ανάγλυφο της και την υψηλή προστασία που απολαμβάνει ως Εθνικός Δρυμός, Καταφύγιο θηραμάτων, Ειδική Περιοχή Προστασίας για την ορνιθοπανίδα (SPA) και περιοχή του Δικτύου Natura 2000, προσφέρει πολύ καλές συνθήκες για την ανάπτυξη της άγριας πανίδας. Έτσι, η πανίδα της Πάρνηθας παραμένει μεταξύ των πλουσιοτέρων της Αττικής και παρά τις αντιξοότητες και τις ανθρώπινες επεμβάσεις διατηρεί το μεγαλύτερο αριθμό κόκκινων ελαφιών (Cervus elaphus) στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία (Ε.Ο.Ε.) και τον Επίκουρο Καθηγητή Α. Λεγάκι (Τμήμα Βιολογίας, Ε.Κ.Π.Α.), υπάρχουν 158 είδη πουλιών στη Πάρνηθα από τα οποία τα 28 περιλαμβάνονται στην Οδηγία 79/409 Παράρτημα Ι, 102 είδη περιλαμβάνονται στη Σύμβαση της Βέρνης Παράρτημα ΙΙ, 58 είδη στη Σύμβαση της Βόννης και 18 είδη στο Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο. Επίσης υπάρχουν 39 είδη θηλαστικών από τα οποία 25 περιλαμβάνονται στο Κόκκινο Βιβλίο και 32 στη Σύμβαση της Βέρνης. Τέλος, έχουν καταγραφεί 29 είδη ερπετών και αμφίβιων, από τα οποία 24 είδη περιλαμβάνονται στη Συνθήκη της Βέρνης και 4 είδη στην Οδηγία 92/43.

Τα 17 από τα 39 θηλαστικά που απαντώνται στην Πάρνηθα είναι νυχτερίδες, οι οποίες περιλαμβάνονται στη Συνθήκη της Βέρνης και στο Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο. Η γεωμορφολογία της περιοχής (τρύπες, σπηλιές) προσφέρει καταφύγιο στις νυχτερίδες. Επίσης, οι μεγάλης ηλικίας συστάδες δέντρων και ιδίως αυτές που βρίσκονται σε υγρές περιοχές, είναι ευνοϊκές θέσεις για είδη νυχτερίδων που ζουν σε κουφάλες δέντρων. Η πληθυσμιακή κατάσταση των νυχτερίδων μπορεί και πρέπει να μελετηθεί στην Ελλάδα και ειδικά στη Πάρνηθα όπου απαντώνται αρκετά απειλούμενα είδη.

Ελάφι

Το πιο αντιπροσωπευτικό είδος θηλαστικού που απαντάται στη Πάρνηθα είναι το κόκκινο ελάφι (Cervus elaphus).

Κόκκινο ελάφι (Cervus elaphus)

Το κόκκινο ελάφι περιλαμβάνεται στα «Κινδυνεύοντα» είδη σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο, δηλαδή είδη που αντιμετωπίζουν κίνδυνο εξαφάνισης από το φυσικό τους χώρο στο άμεσο μέλλον, αποτελεί αντικείμενο προστασίας βάσει της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και εντάσσεται στο Παράρτημα ΙΙΙ της Συνθήκης της Βέρνης.

Η Πάρνηθα διατηρεί τον πιο ακμαίο πληθυσμό στην Ελλάδα που συμμετέχει ως φυσικός βοσκητής στο οικοσύστημά της. Πρόκειται για τον μοναδικό φυσικό πληθυσμό στη χώρα, το 75% του οποίου είναι αυτόχθονος, δηλαδή απόγονοι ελαφιών που ζούσαν πάντα στην Πάρνηθα και αποτελεί έναν ξεχωριστό απομονωμένο υποπληθυσμό.

Το κόκκινο ελάφι ανήκει στη Τάξη Αρτιοδάκτυλα (Artiodactyla), και στην οικογένεια των Ελαφίδων (Cervidae). Τα αρσενικά ζυγίζουν από 85-240 kg και τα θηλυκά από 80-110 kg, με προσδόκιμο χρόνο ζωής τα 12-15 χρόνια και σπάνια τα 20-25 χρόνια.

Αποτελεί ένα από τα ομορφότερα θηλαστικά της χώρας μας. Έχει στενόμακρο δυνατό σώμα, μακρύ λαιμό, ψηλά και ισχυρά πόδια που καταλήγουν σε οπλές. Το καλοκαίρι το τρίχωμά του έχει κόκκινο καφετί ως κοκκινόξανθο χρώμα, ενώ το χειμώνα γίνεται σκούρο καφετί γκρίζο. Τα νεογέννητα και τα μικρά, ηλικίας 6-7 μηνών, έχουν ανοιχτό κοκκινωπό ή κοκκινόφαιο τρίχωμα και πολυάριθμες κρεμ – λευκές κηλίδες στις πλευρές του σώματος. Κέρατα έχουν μόνο τα αρσενικά, τα οποία απορρίπτονται κάθε χρόνο.

Πρόκειται για δασόβιο είδος που προτιμά τα πλατύφυλλα ή μεικτά και αραιά κωνοφόρα δάση, με πλούσιο υπόροφο, αρκετά διάκενα και χορτολιβαδικές εκτάσεις, που προσφέρουν ποικιλία ποώδους και θαμνώδους βλάστησης. Μετακινείται σε διάφορα υψόμετρα ανάλογα με την εποχή του έτους και τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Το καλοκαίρι το συναντάμε στα διάκενα του ελατόδασους, σε επίπεδα λιβάδια και οροπέδια της Πάρνηθας, επιλέγοντας δροσερά σημεία, κυρίως με Β-ΒΔ εκθέσεις. Παραμένει κοντά σε πηγές και ρέματα, αποφεύγοντας τις απότομες κλίσεις, ενώ η ύπαρξη των πλατύφυλλων ειδών βλάστησης αποτελεί σημαντικό κριτήριο για την παραμονή του στη περιοχή. Το χειμώνα κατεβαίνει σε χαμηλά υψόμετρα, όπου βρίσκει καταφύγιο στα πευκοδάση, σε περιοχές με μικρή χιονοκάλυψη και προφυλαγμένες από τους ισχυρούς ΒΔ ανέμους.

Το ελάφι δεν αλλάζει εύκολα το περιβάλλον στο οποίο ζει. Στις περιπτώσεις όμως υπερπληθυσμού, έντονης διαταραχής (π.χ φωτιά), έλλειψης τροφής και νερού ή δυσμενών καιρικών συνθηκών, αναγκάζεται να μετακινηθεί σε ευνοϊκότερες περιοχές, διασχίζοντας καμιά φορά αρκετά μεγάλες αποστάσεις. Η μετανάστευση των ζώων έχει προκαθορισμένο δρομολόγιο και συγκεκριμένο τόπο προορισμού και πάντοτε συνοδεύεται με ταξίδι επιστροφής στην αρχική θέση αναχώρησης.

Οι εποχιακές μεταναστεύσεις των ελαφιών έχουν ως σκοπό την επιβίωση των ατόμων και συνδέονται με την αναζήτηση ευνοϊκότερων κλιματικών συνθηκών και με την εξασφάλιση τροφής για μία ορισμένη χρονική περίοδο, στο τέλος της οποίας τα ζώα επιστρέφουν στον τόπο προέλευσης. Πραγματοποιούνται δύο φορές το χρόνο, η μία στο τέλος της άνοιξης και η άλλη στο τέλος του φθινοπώρου. Τα κυριότερα περάσματα στην περιοχή της Πάρνηθας είναι από Κιάφα Πλατάνα προς Κλιμέντι και αντίστοιχα, από Λοιμικό- Σαλονίκη προς Μόλα, από Ανάκτορα Τατοίου προς Φλαμπούρι κ.α.

Οι μεταναστεύσεις κατά την περίοδο της αναπαραγωγής έχουν ως σκοπό τη διατήρηση του πληθυσμού και σχετίζονται με την εξασφάλιση ευνοϊκότερων συνθηκών αναπαραγωγής και ανάπτυξης των νεογνών. Παρατηρούνται μετακινήσεις από τις χαμηλότερες προς τις υψηλότερες περιοχές. Τα πιο χαρακτηριστικά σημεία αναπαραγωγής είναι Κιάφα Πλατάνα, Ρουμάνι, Λοιμικό, Μόλα, όπως και οι ρεματιές Μαυρόρεμα, Γκούρας, Κυριάκι, Χούνη, Χάραδρος. Μετά το τέλος της αναπαραγωγής τα αρσενικά μετακινούνται σε ήσυχα μέρη με πλούσια βλάστηση όπως η Σκίπιζα, το Κανταλίδι, το Μπάφι κ.α.

Επισημαίνεται ότι μετά τη πυρκαγιά πολλοί πληθυσμοί ελαφιών μετακινήθηκαν προς περιοχές όπως το Τατόϊ, τα Δερβενοχώρια, ο Αυλώνας και γενικά στις άκαυτες ζώνες.

Το κόκκινο ελάφι είναι είδος φυτοφάγο. Η τροφή του αποτελείται κυρίως από κάστανα, ψευδοπλάτανο, οξιά, ιτιά, φράξο, κισσός, αγριαχλαδιά, βατόμουρα και διάφορα είδη γράστεων και ποών. Τρέφεται επίσης και με γεωργικά και κτηνοτροφικά είδη όπως βίκο, μπιζέλια, καλαμπόκι, τεύτλα, γεώμηλα κ.α. Σε περιοχές και κατά τις εποχές όπου οι πόες αφθονούν, το ελάφι επιλέγει αυτές ως κύρια τροφή, ενώ τα θαμνώδη και ξυλώδη φυτά έχουν δευτερεύουσα σημασία. Επίσης επιλέγουν αγρωστώδη, όταν αυτά είναι χλωρά και έχουν υψηλή σχέση φύλλων – στελεχών.

Το ελάφι είναι κοινωνικό είδος και ζει σε αγέλες, όπου επικρατεί τέλεια οργάνωση και ιεραρχία. Τα αρσενικά ζουν ξεχωριστά από τα θηλυκά, εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου. Σχηματίζουν ανεξάρτητες μικρές ομάδες των 4-6 ατόμων. Οι αγέλες των θηλυκών συμπεριλαμβάνουν και τα μικρά τους, ηλικίας 1-3 ετών και συνήθως αποτελούνται από 12-20 άτομα, όπου την ηγεσία αναλαμβάνει το πιο ηλικιωμένο θηλυκό. Σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούν στην Πάρνηθα, η περίοδος αναπαραγωγής του ελαφιού αρχίζει από τα τέλη Αυγούστου και διαρκεί ως τα μέσα Οκτωβρίου. Κατάλληλες θέσεις για αναπαραγωγή στην περιοχή της Πάρνηθας αποτελούν οι θέσεις Βιλιάνι, Κιάφα Πλατάνα, Λοιμικό, Μόλα, Γκούρα, Λιμέντι, Ρουμάνι. Κατάλληλα διάκενα για αναπαραγωγικές δραστηριότητες υπάρχουν και στη Σαλονίκη, στη Μπόρτιζα, στη περιοχή Πλατάνα κ.α.

Λύκος

Λύκος (Canis lupus)

Η επανεμφάνιση του λύκου στην Πάρνηθα εντοπίζεται από το 2012 στον Εθνικό Δρυμό (αρχικά από παρατηρήσεις εργαζομένων), ενώ είχε εξαφανιστεί από τη δεκαετία του 60. Η φυσική διαδικασία διασποράς του ζώου βρήκε στην Πάρνηθα κατάλληλες συνθήκες εποικισμού, καθώς η παρουσία του ελαφιού εξασφαλίζει τροφή. Ο λύκος προστατεύεται από την κοινοτική νομοθεσία, με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, για τα είδη και τους τύπους οικοτόπων, αποτελεί είδος προτεραιότητας (92/43/Annex II, IV) και είναι υποχρέωση της χώρας η διατήρηση της παρούσας κατάστασης πληθυσμιακού δυναμικού και της παρούσας χωρικής κατανομής στην περιοχή νοτίως του 39ου παράλληλου.

12.06.2019 Επιστημονική Συνάντηση με θέμα: “Διαχείριση και Παρακολούθηση Πανίδας στον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας”

Ο Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας διοργάνωσε επιστημονική συνάντηση την Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019 και ώρα 11:00 πμ στην αίθουσα συνεδριάσεων του Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων (Τέρμα Αλκμάνος, Ιλίσια – Αθήνα) με θέμα “Διαχείριση και Παρακολούθηση Πανίδας στον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας”. Το υλικό της συνάντησης είναι διαθέσιμο στον κάθε ενδιαφερόμενο παρακάτω.

1. “Μελέτη της επίδρασης των λύκων στον πληθυσμό και την κινητικότητα του κόκκινου ελαφιού στην Πάρνηθα” – Εταιρεία για τη μελέτη και διαχείριση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος “Βιόσφαιρα”

2. “Μελέτη με θέμα την Φέρουσα ικανότητα βόσκησης του Εθνικού Δρύμου Πάρνηθας” – Πανεπιστήμιο Πατρών

3. “Επανεμφάνιση λύκων στον Εθνικό δρυμό Πάρνηθας” – Περιβαλλοντική Οργάνωση “Καλλιστώ”

4. “Εισήγηση για το κόκκινο ελάφι στον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας” – Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας

Λοιπά Θηλαστικά

Κρητικός Αίγαγρος (Capra aegagrus cretica)

Υπάρχει ένας αξιόλογος πληθυσμός Κρητικού αίγαγρου (Capra aegagrus cretica), κοινώς γνωστό ως Κρι-κρι, ο οποίος εισήχθη στο δρυμό το 1961, από την Κρήτη.

 

Ζαρκάδι (Capreolus capreolus)

Στην περιοχή της Πάρνηθας απαντάται και ένας μικρός πληθυσμός ζαρκαδιών, χωρίς ωστόσο να υπάρχει εκτίμηση πληθυσμού ή κάποια μελέτη πάνω στο συγκεκριμένο είδος.

Οι μετακινήσεις των ελαφιών προς βιοτόπους χαμηλού υψομέτρου είχαν ως άμεσο αποτέλεσμα την άσκηση ισχυροτέρων πιέσεων στους βιοτόπους και κατ’ επέκταση στους πληθυσμούς των ζαρκαδιών (πηγή Ρουμάνι, Αγ. Παρασκευή, Βούτημα, Σαλονίκη, Α. Νικόλαος κ.α.).

 

Σκατζόχοιρος (Erinaceus concolor)

Το είδος χαρακτηρίζεται από το ανοιχτό χρώμα του στήθους, σε αντίθεση με το υπόλοιπο σκουρότερο της κοιλιάς. Το μήκος κυμαίνεται από 225-275 χλστ. Απαντάται κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη και είναι το μοναδικό είδος σκαντζόχοιρου που επικρατεί στη Κρήτη και σε άλλα ελληνικά νησιά. Βρίσκεται  σε δασικές εκτάσεις, θαμνώδεις και χορτολιβαδικές εκτάσεις, δεντροστοιχίες, κήπους, πάρκα κλπ. Είναι νυκτόβιο είδος. Η χειμερία νάρκη διαρκεί από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο. Τρέφεται με έντομα, σκουλήκια, σαλιγκάρια.

 

Τυφλασπάλακας (Talpa caeca)

 Απαντάται στο μεσογειακό χώρο και μόνο στις ηπειρωτικές περιοχές. Βρίσκεται σε λιβαδικές εκτάσεις και σε δασικές εκτάσεις πλατύφυλλων ειδών. Περνάει τη ζωή του σχεδόν μόνιμα κάτω από το έδαφος. Τρέφεται με σκουλήκια, λάρβες εντόμων και άλλα ασπόνδυλα.

 

Σπιτομυγαλίδα (Crocidura russula)

Είναι το πιο διαδεδομένο είδος μυγαλίδων. Μήκος σώματος 65-85 χλστ. και μήκος ουράς 35-50 χλστ. Απαντάται σε λιβάδια, δασικές εκτάσεις, δενδροστοιχίες και γενικά σε ξερό έδαφος. Τρέφεται με έντομα, αράχνες, ψείρες, σαλιγκάρια.

 

Χωραφομυγαλίδα (Crocidura leucodon)

Μήκος κεφαλής και σώματος κυμαίνεται από 65-85 χιλ ενώ τα πίσω πόδια δεν ξεπερνούν τα 13 χιλ. απαντάται σε λιβάδια, δασικές εκτάσεις, δενδροστοιχίες και γενικά σε ξηρό έδαφος.

 

Κηπομυγαλίδα (Crocidura suaveolens)

Παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με τη crocidura russula και χρησιμοποιεί εξίσου τον ίδιο οικότοπο.

 

Eτρουσκομυγαλίδα (Suncus etruscus)

Είναι η πιο μικρή μυγαλίδα και ένα από τα πιο μικρά θηλαστικά στο κόσμο με κεφάλι και σώμα μικρότερο από 45 χιλ. Απαντάται σε λιβάδια, λόγγους, κήπους ενώ συχνά βρίσκεται κάτω από πέτρες και κούτσουρα. Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες για το συγκεκριμένο είδος.

Νυχτονόμος (Tadarida taeniotis)

Χαρακτηρίζεται από το μεγάλο της μέγεθος και είναι ένα από τα μεγαλύτερα είδη στην Ευρώπη. Είναι η μόνη νυχτερίδα στην Ευρώπη της οποίας η ουρά προεξέχει αρκετά από τη μεμβράνη. Απαντάται κυρίως σε λοφώδεις περιοχές ή σε θαλάσσιους βράχους αλλά βρίσκεται συχνά και σε πόλεις.

Τρανορινόλοφος (Rhinolophus ferrumequinum)

Είναι η μεγαλύτερη πεταλοειδής νυχτερίδα (μήκος βραχιόνων 50-61 χιλ). Απαντάται σε δασώδεις περιοχές, σε σπηλιές, σήραγγες και σε κελάρια.

 

Μικρορινόλοφος (Rhinolophus hipposideros)

Είναι η μικρότερη πεταλοειδής νυχτερίδα της Ευρώπης (μήκος βραχιόνων 35-42 χιλ). Απαντάται σε δασώδεις περιοχές, σε σπηλιές, σήραγγες και κελάρια.

 

Ρινόλοφος του Blasius (Rhinilophus blasii)

Μεσαίου μεγέθους πεταλοειδής νυχτερίδα (μήκος βραχιόνων 44-50 χιλ). Απαντάται κυρίως σε σπηλιές.

 

Τρανονυχτερίδα (Eptesicus serotinus)

Μήκος βραχιόνων 48-55 χιλ. Απαντάται κυρίως σε δάση αλλά και γύρω από φάρμες. Συχνάζει επίσης σε δέντρα, κτίρια και περιστασιακά σε σπηλιές.

 

Πτερυγονυχτερίδα (Miniopterus schreibersi)

Μικρή νυχτερίδα με τρίχωμα και κεφάλι κοντά και στητά, και πολύ μεγάλα πτερύγια (μήκος βραχιόνων 42-48 χιλ). Απαντάται κυρίως στην ύπαιθρο, σε σπηλιές και μερικές φορές σε κτίρια.

 

Μικρομυωτίδα (Myotis blythi)

Λίγο μικρότερη από την τρανομυωτίδα με μήκος βραχιόνων 54-60 χιλ. απαντάται κυρίως σε ανοιχτές, αραιά δασωμένες περιοχές. Κουρνιάζουν σε σπηλιές και σε κτίρια σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.

 

Πυρρομυωτίδα (Myotis emarginatus)

Μικρή νυχτερίδα στις αποχρώσεις του κόκκινου και του καφέ. Η άκρη της μεμβράνης της ουράς με αραιό τρίχωμα (μήκος βραχιόνων 36-42 χιλ). Απαντάται σε σπηλιές και ορυχεία το χειμώνα, σε δέντρα και κτίρια το καλοκαίρι.

 

Τρανομυώτιδα (Myotis myotis)

Πολύ μεγάλη νυχτερίδα με μήκος βραχιόνων 57-67 χιλ. Απαντάται κυρίως σε ανοιχτές αραιές δασώδεις περιοχές. Κουρνιάζουν σε σπηλιές και σε κτίρια σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.

 

Μικρονυκτοβάτης (Nyctalus leisleri)

Πρόκειται για σπάνιο είδος και απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις όπου κουρνιάζουν κυρίως σε κουφάλες δεντρων και περιστασιακά σε κτίρια.

 

Νυκτοβάτης (Nyctalus noctula)

Τρίχωμα χρώματος χρυσού-καφέ με στενά φτερά και μήκος βραχιόνων 46-55 χιλ. απαντάται σε δασώδεις περιοχές και κουρνιάζουν σε δέντρα.

 

Λευκονυχτερίδα (Pipistrellus kuhli)

Ελαφρύτερο από άλλα είδη αυτής της οικογένειας με μήκος βραχιόνων 32-35 χιλ. απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, αγροκτήματα, ρεικότοπους, αλλά συνήθως κοντά σε νερό. Κουρνιάζουν σε κτίρια και δέντρα όλες τις εποχές, μερικές φορές το χειμώνα.

 

Νυχτερίδα του Nathusius (Pipistrellus nathusii)

Το είδος αυτό παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την κοινή νυχτερίδα αυτής της οικογένειας, μόνο που το χρώμα του δεν είναι ομοιόμορφο (μήκος βραχιόνων 32-35 χιλ). Απαντάται κυρίως σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Νανονυχτερίδα (Pipistrellus pipistrellus)

Πρόκειται για το πιο κοινό είδος αυτής της οικογένειας, το χρώμα του οποίου είναι ενιαίο (μήκος βραχιόνων 28-34 χιλ). απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, αγροκτήματα, ρεικότοπους αλλά συνήθως κοντά σε νερό. Κουρνιάζουν σε κτίρια και δέντρα όλες τις εποχές, μερικές φορές σε σπηλιές το χειμώνα.

 

Βουνονυχτερίδα (Pipistrellus savii)

Έχει μήκος βραχιόνων 32-38 χιλ. απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, αγροκτήματα, ρεικότοπους αλλά συνήθως κοντά σε νερό. Κουρνιάζουν σε κτίρια και δέντρα όλες τις εποχές, μερικές φορές σε σπηλιές το χειμώνα.

 

Ωτονυχτερίδα (Plecotus auritus)

Το είδος αυτό χαρακτηρίζεται από τα πολύ μεγάλα αυτιά που το καθιστούν ξεχωριστό από τα άλλα είδη νυχτερίδων της Ευρώπης (μήκος βραχιόνων 34-41 χιλ). Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις. Κουρνιάζουν σε δέντρα και κτίρια σε όλη τη διάρκεια του χρόνου μερικές φορές σε σπηλιές το χειμώνα.

 

Παρδαλονυχτερίδα (Vespertilio murinus)

Το είδος αυτό χαρακτηρίζεται από τα πλατιά και στρογγυλευμένα αυτιά του (μήκος βραχιόνων 40-48 χιλ). Απαντάται σε δασώδεις περιοχές, αγροκτήματα, συχνά σε πόλεις. Το καλοκαίρι κουρνιάζουν σε δέντρα, κτίρια και σχισμές βράχων, το χειμώνα σε βαθιές σπηλιές και κελάρια.

 

Λαγός (Lepus capensis)

Το τρίχωμά του είναι κίτρινο-καφέ σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, τα πόδια του μακριά. Τα αυτιά του επίσης μακριά και με μαύρα στίγματα. Ο λαγός αυτός ζει κυρίως σε αγροικίες και βρίσκεται επίσης σε ανοιχτές δασώδεις εκτάσεις.

 

Δενδρομυωξός (Dryomis nitedula)

Μαύρη απόχρωση γύρω από τους οφθαλμούς, κοντά αυτιά. Σώμα και κεφάλι 80-130 χιλ, ουρά 80-95 χιλ. απαντάται σε δασικές εκτάσεις κυρίως πλατύφυλλων ειδών, ειδικά όπου υπάρχουν πυκνοί θάμνοι.

 

Δασομυωξός (Glis glis)

Πρόκειται για το πιο μεγάλο είδος της οικογένειας. Δεν έχει μαύρη απόχρωση γύρω από τους οφθαλμούς, αλλά μαύρους κύκλους που τονίζουν το μέγεθός τους (σώμα 130-190 χιλ, ουρά 110-150 χιλ). Χτίζουν φωλιές ψηλά σε θόλους δέντρων και τρέφονται με καρπούς και σπόρους.

 

Μικροτυφλοποντικός (Spalax leucodon)

Πρόκειται για είδος λίγο μικρότερο από το s.micropthalmus (σώμα 26 εκ, πίσω πόδια 20-25 χιλ. απαντάται σε γρασίδι και σε καλλιεργημένο έδαφος.

 

Νανοκρικετός (Cricetulus migratorius)

Είδος του μεγέθους των ποντικών χωρίς μαύρα στίγματα (σώμα 90-110 χιλ, ουρά 22-28 χιλ). Απαντάται σε γρασίδι και σε ανοιχτές δασικές εκτάσεις.

 

Αρουραίος Μεσογείου (Microtus guentheri)

Άσπρα πόδια, ουρά μακριά και ανοιχτόχρωμη (σώμα 100-120 χιλ, ουρά 20-30 χιλ). Απαντάται σε ξερό γρασίδι, λειμώνες και καλλιέργειες όπου μπορεί να προκαλέσει ιδιαίτερες καταστροφές.

 

Σκαπτοποντικός savi (Pitimys savii)

Παρουσιάζει αρκετές εξωτερικές ομοιότητες με το είδος pitymys subterraneus (σώμα 85-105 χιλ, ουρά 25-35 χιλ, πίσω πόδια 14-16 χιλ).

 

Βραχοποντικός (Apodemus mystacinus)

Αυτό το είδος ποντικών είναι το πιο μεγάλο και το πιο γκρίζο από κάθε άλλο της οικογένειας apodemus (σώμα 100-130 χιλ, ουρά 105-140 χιλ). Απαντάται σε ξηρές δασικές περιοχές και σε βραχώδεις εκτάσεις που καλύπτονται από θάμνους.

 

Δασοποντικός (Apodenus sylvaticus)

Πρόκειται για το πιο κοινό είδος ποντικών στις περισσότερες περιοχές της Ευρώπης (σώμα 80-110 χιλ, ουρά 70-115 χιλ).Αποτελεί το κυρίαρχο είδος των δασικών εκτάσεων, εντοπίζεται όμως και σε κήπους, σε φράχτες από θάμνους και σε βράχους. Συχνά απαντάται σε σπίτια και αγροικίες.

 

Κρικοποντικός (Apodemus flavicollis)

Παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με το είδος apodemus sylvaticus (κεφάλι και ουρά 90-120 χιλ.). Απαντάται κυρίως σε δασικές εκτάσεις αλλά και σε δεντρόκηπους και περιβόλια. Βρίσκεται συχνά σε κωνοφόρα δάση και περιορίζεται στα στενά όρια τους.

 

Μαυροποντικός (Rattus rattus)

Το χρώμα του τριχώματος ποικίλλει μεταξύ μαύρου, καφέ και γκρί ή καφέ και άσπρο (κεφάλι και σώμα 16-23 εκ, ουρά 18-25 εκ.). Βρίσκεται σε κτίρια όπως αποθήκες, φάρμες.

 

Δεκατιστής (Rattus norvegicus)

Συνήθως καφέ, κάποιες φορές το τρίχωμα του μπορεί να είναι και μαύρο. Ουρά λεπτή και χωρίς τρίχωμα στο κεφάλι και σώμα 20-26 εκ, ουρά 17-23 εκ). Απαντάται στις περιοχές όπου κατοικεί ο άνθρωπος (υπόνομοι, κελάρια). Συναντάται επίσης σε ακτές, εκβολές ποταμών κτλ.

 

Σταχτοποντικός (Mus domesticus)

Πρόκειται για υποδιαίρεση του είδους Μus musculus και είναι το πιο σκουρόχρωμο ποντίκι της Ευρώπης (κεφάλι και σώμα 75-95 χιλ, ουρά 70-95 χιλ). Ζει κυρίως μέσα ή γύρω από σπίτια, αγροικίες, αποθήκες και εργοστάσια αλλά και σε κήπους, θάμνους, βράχους κτλ.

 

Αλεπού (Vulpes vulpes)

Συνήθως χρώματος κόκκινου – καφέ και σε μερικές περιπτώσεις μαύρα στίγματα στο λαιμό και στο κάτω μέρος (κεφάλι και σώμα μέχρι 75 εκ. ουρά μέχρι 45 εκ.). Απαντάται σε δάση, ρεικότοπους, σε βουνά, αγροικίες και όλο και περισσότερο σε πόλεις.

 

Νυφίτσα (Mustela nivalis)

Πρόκειται για το μικρότερο σαρκοφάγο. Το μέγεθος του είδους ποικίλλει. Η ουρά είναι κοντή και χωρίς μαύρη κηλίδα (κεφάλι και σώμα 13-23 εκ, ουρά 3-6 εκ.). Απαντάται σε όλους τους χερσαίους οικότοπους.

 

Κουνάβι (Martes foina)

Άσπρη κηλίδα στο λαιμό με μέγεθος που ποικίλλει (κεφάλι και σώμα 40-48 εκ, ουρά 22-26 εκ.). Απαντάται σε δασικές εκτάσεις με φυλλοβόλα δέντρα και σε βραχώδεις περιοχές.

 

Ασβός (Meles meles)

Ξεχωρίζει από τη μαύρη λωρίδα που καλύπτει το άσπρο κεφάλι του (κεφάλι και σώμα 67-80 εκ, ουρά 12-19 εκ). Απαντάται σε δάση φυλλοβόλων κυρίως δέντρων και σε λιβάδια.

 

Όλα τα καταγεγραμμένα, μέχρι στιγμής, είδη των αμφίβιων και ερπετών που απαντώνται στους βιοτόπους της Πάρνηθας, βρίσκονται και σε όλη την Ελλάδα σε διάφορους οικότοπους και υψόμετρα. Με εξαίρεση τα βατράχια Bufo viridis και Bufo bufo που περνούν ένα μέρος της ζωής τους σε ξηρούς βιότοπους, τα αμφίβια βρίσκονται κανονικά σε υγροβιότοπους και μόνιμα νερά. Τα διάφορα ρέματα που απαντώνται στη Πάρνηθα συνιστούν κατάλληλους βιότοπους για τα είδη των αμφιβίων και η προστασία της υδρόβιας πανίδας προϋποθέτει προστασία των υγροτόπων. Τα ερπετά είναι συνδεδεμένα με ξηρούς βιοτόπους και δεν κινδυνεύουν ιδιαίτερα παρά μόνο από πυρκαγιές.

Ορνιθοπανίδα

Η Πάρνηθα περιλαμβάνει πληθώρα βιοτόπων και αποτελεί ασφαλές καταφύγιο για την ορνιθοπανίδα λόγω της ανακήρυξης της περιοχής ως Εθνικό Δρυμό. Πολλά είδη πτηνών και ιδίως αρπακτικών, τα οποία προστατεύονται από διάφορες Συνθήκες και είναι απειλούμενα, απαντώνται στην ευρύτερη περιοχή.

 

Σφηκιάρης (Pernis apivorus)

Μέγεθος 51-58 εκ. Το αρπακτικό αυτό μοιάζει με τις βαρβακίνες έχει όμως μικρότερο κεφάλι, μακρύτερο λαιμό και μακρύτερη ουρά. Το κάτω μέρος των φτερούγων έχει έντονα σχέδια. Απαντάται σε δασώδεις βιότοπους (πεύκης, ελάτης). Θεωρείται άμεσα κινδυνεύων είδος.

 

Φιδαετός (Circaetus gallicus)

Μέγεθος 63-69 εκ. Έχει μεγάλο στρογγυλευμένο κεφάλι, με μεγάλα κίτρινα μάτια που θυμίζουν κουκουβάγια. Το κάτω μέρος του σώματος και των φτερούγων είναι άσπρο. Έχει κοντό ράμφος και κοντά γκρίζα πόδια. Παρατηρείται κατά την αναπαραγωγική περίοδο στη περιοχή της Πάρνηθας σε δασώδεις βιοτόπους. Έχει χαρακτηριστεί ως αυστηρά προστατευόμενο είδος από Διεθνείς Συμβάσεις (πχ 79 / 409 / Ε.Ε.)

 

Διπλοσάινο (Accipiter gentilis)

Μέγεθος 48-61 εκ. Είναι το πιο γρήγορο και δυνατό από όλα τα σαΐνια. Τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Το πάνω μέρος είναι γκρίζο και το κάτω μέρος είναι άσπρο με πολλές οριζόντιες μαύρες γραμμές. Απαντάται σε δασώδεις βιοτόπους καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και θεωρείται τρωτό είδος.

 

Τσιχλογέρακο (Accipiter nisus)

Μέγεθος 28-38 εκ. Το θηλυκό είναι μικρότερο από το αρσενικό. Έχουν κίτρινα μάτια. Το θηλυκό έχει καφέ σκούρο το πάνω μέρος και καστανές ρίγες το κάτω μέρος ενώ το αρσενικό έχει ξανθοκόκκινα μάγουλα και άσπρη κηλίδα στο σβέρκο. Παρατηρείται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους καθώς και σε δασώδεις εκτάσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Γερακίνα (Buteo buteo)

Μέγεθος 51-56 εκ. Έχει σκούρο καστανό χρώμα στο πάνω μέρος ενώ το κάτω είναι λευκό με ποικίλα σχέδια. Έχει κοντό λαιμό και πλατιές φτερούγες. Παρατηρείται στη Πάρνηθα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους σε ποικίλους βιότοπους πχ δασώδεις, θαμνότοπους, βοσκότοπους, ορθοπλαγιές. Προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης.

 

Αετογερακίνα (Buteo rufius)

Μέγεθος 61-66 εκ. Είναι μεγαλύτερη από την Ποντικογερακίνα, έχει κανελί ουρά χωρίς ραβδώσεις και το κάτω μέρος του σώματος είναι καστανοκόκκινο. Το πέταγμά της μοιάζει με του αετού. Εμφανίζεται στη Πάρνηθα κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης και θεωρείται αυστηρά προστατευόμενο είδος.

 

Βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus)

Μέγεθος 34 εκ. Το κεφάλι και η ουρά είναι γκρίζα. Το πάνω μέρος είναι καστανοκόκκινο με μαύρες κηλίδες το αρσενικό ενώ το θηλυκό με πυκνές σκούρες γραμμές. Παρατηρείται στη Πάρνηθα καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα και απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, θαμνότοπους και βοσκότοπους. Περιλαμβάνεται στα προστατευόμενα είδη.

 

Νανογέρακο (Falco columbarius)

Μέγεθος 27-33 εκ. Είναι το μικρότερο αρπακτικό της Ευρώπης. Το θηλυκό είναι μεγαλύτερο από το αρσενικό και το πάνω μέρος του έχει σκούρο καστανό χρώμα. Το κάτω μέρος είναι ανοιχτόχρωμο ραβδωτό. Το αρσενικό έχει ράχη γαλαζόγκριζα και το κάτω μέρος καστανοκίτρινο έντονα ραβδωτό. Είναι μεταναστευτικό είδος και απαντάται στη Πάρνηθα το χειμώνα. Θεωρείται αυστηρά προστατευόμενο είδος.

 

Δενδρογέρακο (Falco subbuteo)

Μέγεθος 30-36 εκ. Είναι ταχύ πουλί και χαρακτηριστικό του είναι οι δρεπανοειδείς φτερούγες και η μικρή ουρά. Το πάνω μέρος είναι σκούρο γκρίζο και το κάτω μέρος σκουρόχρωμα στίγματα. Απαντάται στη Πάρνηθα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες  σε δασώδεις και θαμνώδεις εκτάσεις. Περιλαμβάνεται στα προστατευόμενα είδη.

 

Μαυροπετρίτης (Falco eleonorae)

Μέγεθος 38 εκ. Είναι διμορφικό γεράκι. Παρουσιάζεται και ως σκουρόχρωμο και ως ανοιχτόχρωμο. Είναι μεταναστευτικό είδος και απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις καθώς και σε θαμνότοπους – βοσκότοπους. Περιλαμβάνεται στον Εθνικό Κόκκινο Κατάλογο και θεωρείται ως αυστηρά προστατευόμενο.

 

Πετρίτης (Falco peregrinus)

Μέγεθος 38-48 εκ. Είναι από τα ταχύτερα πουλιά του κόσμου. Το θηλυκό είναι μεγαλύτερο από το αρσενικό και πιο σκοτεινόχρωμο. Το φτέρωμα ποικίλλει από σκούρο σε ανοιχτό γκρίζο στο πάνω μέρος ενώ στο κάτω μέρος παρουσιάζει μαύρες ραβδώσεις. Είναι μεταναστευτικό είδος και απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους καθώς και σε άγονες πλαγιές. Περιλαμβάνεται στα αυστηρώς προστατευόμενα είδη.

 

Πετροπέρδικα (Alectoris graeca)

Μέγεθος 33 εκ. Μοιάζει πολύ με τη Νησιώτικη πέρδικα. Το πάνω μέρος του σώματος είναι γκριζοκάστανο και έχει πολλές λεπτές ραβδώσεις στα πλευρά. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και σε άγονες ορθοπλαγιές καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Το κυνήγι της πετροπέρδικας είναι ελεγχόμενο

 

Νησιώτικη πέρδικα (Alectoris chukar)

Μέγεθος 33 εκ. Μοιάζει πολύ με τη πετροπέρδικα. Το πάνω μέρος του σώματος είναι καστανότερο και όχι γκρίζο και οι ραβδώσεις των πλευρών είναι πιο φαρδιές και έντονες. Έχει αναφερθεί ότι έχουν γίνει απελευθερώσεις στην περιοχή της Πάρνηθας.

 

Ορτύκι (Coturnix coturnix)

Μέγεθος 18-20 εκ. Το πάνω μέρος του σώματος φέρει ασπροκίτρινες και μαύρες γραμμές, το κεφάλι είναι σκούρο καστανό με μια άσπρη γραμμή κάθετη στο κέντρο. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και σε γεωργικές καλλιέργειες. Το κυνήγι του ορτυκιού είναι ελεγχόμενο.

 

Μπεκάτσα (Scolopax rusticola)

Μέγεθος 34 εκ. Μοιάζει με μπεκατσίνι αλλά είναι μεγαλύτερη. Κατά τη διάρκεια της ημέρας ζει σε δάση και θαμνώδη εδάφη ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας βόσκει σε έλη και ρεματιές. Το κυνήγι της μπεκάτσας είναι ελεγχόμενο.

 

Καστανοκέφαλος γλάρος (Larus ridibundus)

Μέγεθος 35-38 εκ. Μοιάζει με το μαυροκέφαλο και το γλαράκι, γιατί έχει κόκκινο ράμφος και πόδια. Το καλοκαίρι το κεφάλι είναι καστανό –σοκολατί και το χειμώνα γίνεται άσπρο με μαύρους λεκέδες μπρος και πίσω από το μάτι. Απαντάται σε οικιστικές περιοχές και σε γεωργικές καλλιέργειες στη περιοχή της Πάρνηθας.

 

Ασημόγλαρος (Larus cachinnans)

Μέγεθος 56-66 εκ. Ο πιο κοινός γλάρος της Ελλάδας. Ο αρσενικός είναι μεγαλύτερος σε μέγεθος από το θηλυκό. Το χρώμα του πάνω μέρους ποικίλλει από σκουρόγκριζο σε ασημόγκριζο και το κάτω μέρος είναι λευκό. Τα πόδια και το ράμφος είναι κίτρινα. Απαντάται σε οικιστικές περιοχές και γεωργικές καλλιέργειες στη περιοχή της Πάρνηθας.

 

Αγριοπερίστερο (Columba livia)

Μέγεθος 33 εκ. Το πτέρωμα είναι γαλαζόγκριζο στη πλάτη με πράσινες ανταύγειες στα πλάγια του λαιμού. Έχει λευκό ουροπύγιο με δύο πλατιές μαύρες ραβδώσεις στις φτερούγες. Απαντάται σε άγονες περιοχές και ορθοπλαγιές καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Το κυνήγι είναι ελεγχόμενο.

 

Φάσσα (Columba palumbus)

Μέγεθος 41 εκ. Είναι η μεγαλύτερη από τις περιστερίδες, ξεχωρίζει με το πλατύ άσπρο γαλόνι στις φτερούγες και με το άσπρο μπάλωμα στα πλάγια του λαιμού. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις. Το κυνήγι της φάσσας είναι ελεγχόμενο.

 

Τρυγόνι (Streptopelia turtur)

Μέγεθος 28 εκ. Από τις μικρότερες περιστερίδες. Το σώμα του είναι καστανό με μαύρες κηλίδες στη μέση των φτερών. Στα πλάγια του λαιμού υπάρχει άσπρο μπάλωμα με μικρές μαύρες γραμμές. Το στήθος έχει απαλό ρόδινο χρώμα και η ουρά είναι μαύρη. Είναι μεταναστευτικό είδος και απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, θαμνότοπους και βοσκότοπους. Το κυνήγι είναι ελεγχόμενο.

 

Δεκαοχτούρα (Streptopelia decaocto)

Μέγεθος 31 εκ. Είναι μεγαλύτερη από τρυγόνι, έχει ανοιχτό καστανό χρώμα στο πάνω μέρος του σώματος, μακρύτερη ουρά η οποία είναι άσπρη στο πίσω μέρος από κάτω. Το κεφάλι και το κάτω μέρος είναι ανοιχτόγκριζα. Απαντάται σε οικιστικές περιοχές. Το κυνήγι είναι ελεγχόμενο.

Κούκος (Cuculus canorus)

Μέγεθος 33 εκ. Το πάνω μέρος του σώματος έχει γαλαζόγκριζο χρώμα και το κάτω μέρος είναι άσπρο με σκούρες ραβδώσεις. Η ουρά είναι μακριά, γκρίζα με άσπρες κηλίδες. Τα θηλυκά είναι διμορφικά με άλλες φορές το πάνω μέρος καστανοκόκκινο και άλλες φορές καστανόγκριζο. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και δασώδεις εκτάσεις.

 

Τυτώ (Tyto alba)

Μέγεθος 34 εκ. Το μόνο πουλί της οικογένειας που απαντά στην Ελλάδα. Έχει μακριά πόδια και λευκό πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς. Το πάνω μέρος χρυσοκίτρινο καστανό, με πολλά άσπρα και γκρίζα στίγματα και το κάτω λευκό. Τα μάτια είναι μαύρα. Απαντάται σε δασώδεις (πεύκη) εκτάσεις, θαμνότοπους και βοσκότοπους καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Μπούφος (Bubo bubo)

Μέγεθος 66-71 εκ. Ο μπούφος είναι το μεγαλύτερο νυκτερινό αρπακτικό του κόσμου. Έχει μεγάλα αυτιά και μεγάλα μάτια πορτοκαλοκίτρινα. Το πτέρωμα είναι καστανοκόκκινο και έχει το πάνω μέρος του σώματος πολλές γραμμές και κηλίδες ενώ το κάτω έχει αραιές ραβδώσεις και είναι πιο ανοιχτόχρωμο. Κυνηγάει πουλιά μέχρι το μέγεθος του φασιανού και θηλαστικά μέχρι το μέγεθος του λαγού. Απαντάται σε  δασώδεις εκτάσεις.

 

Κουκουβάγια (Athene noctua)

Μέγεθος 22 εκ. Το πάνω μέρος του σώματος είναι σκούρο καστανό με πολλές άσπρες κηλίδες και γραμμές. Το κάτω είναι άσπρο με αραιές καστανές ραβδώσεις. Χαμηλό μέτωπο, μεγάλα μάτια και κοντή ουρά. Πετάει σε χαμηλό ύψος με κυματισμούς. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις και σε θαμνότοπους.

 

Χουχουριστής (Strix aluco)

Μέγεθος 38 εκ. Το πιο κοινό νυχτόβιο μεσαίου μεγέθους. Δεν έχει αυτιά, έχει μεγάλο κεφάλι, πλατύ πρόσωπο και μεγάλα μάτια. Υπάρχει σε 2 φάσεις, γκρίζα και καφετιά. Το πάνω μέρος έχει μαύρες γραμμές και στίγματα και το κάτω μέρος είναι ανοιχτόχρωμο. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και δασώδεις εκτάσεις.

 

Νανόμπουφος (Asio otus)

Μέγεθος 36 εκ. Μεσαίου μέγεθος γλαυκόμορφο πουλί με μεγάλα αυτιά., μακρύ πρόσωπο και σώμα και με πορτοκαλοκίτρινα μάτια. Το πάνω μέρος είναι καστανοκίτρινο ή γκριζοκάστανο με πολλές γραμμώσεις και στίγματα ενώ το κάτω είναι ανοιχτόχρωμο. Απαντάται σε θαμνότοπους και δάση.

 

Γιδοβύζι (Caprimulgus europaeus)

Μέγεθος 27 εκ. Είναι νυκτόβιο εντομοφάγο πουλί με μακρύ σχήμα, γκριζοκάστανο χρώμα πολλές σκούρες ραβδώσεις, μικρό ράμφος αλλά πλατύ άνοιγμα του στόματος. Μακριές, λεπτές φτερούγες και ουρά. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και δασώδεις εκτάσεις.

 

Σταχτάρα (Apus apus)

Μέγεθος 16,5 εκ. Μοιάζει με το χελιδόνι αλλά έχει κοντή ουρά, μακριές φτερούγες και είναι μαύρο εκτός από το λάρυγγα. Κοινωνικό πουλί και το βλέπουμε συχνά σε πόλεις.

 

Μελισσοφάγος (Merops apiaster)

Μέγεθος 28 εκ. Πολύχρωμο πουλί με καστανοκόκκινο κεφάλι, καστανοκίτρινο πάνω μέρος, γαλάζιο το κάτω, κίτρινο λάρυγγα και πράσινα φτερά και ουρά. Τον βλέπουμε σε μεγάλα κοπάδια να πετάει σα χελιδόνι. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Χαλκοκουρούνα (Coracias garrulus)

Μέγεθος 31 εκ. Έχει μεγάλο κεφάλι, ισχυρό γαμψό μαύρο ράμφος, πτέρωμα από ανοικτό έως σκούρο γαλάζιο με καστανοκόκκινη ράχη. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις και γεωργικές περιοχές.

 

Τσαλαπετεινός (Upupa epops)

Μέγεθος 28 εκ. Έχει κοκκινωπό λοφίο που έχει μαύρες άκρες και είναι άλλοτε ανοικτό σαν βεντάλια και άλλοτε κλειστό. Το κεφάλι, ο λαιμός και το κάτω μέρος είναι καστανοκόκκινα. Το ράμφος είναι στενόμακρο και κυρτό. Απαντάται σε θαμνότοπους.

 

Παρδαλοτσικλάρα (Picoides leuconotos)

Μέγεθος 25 εκ. Ξεχωρίζει με το λευκό ή ραβδωτό ουροπύγιο. Το αρσενικό έχει κόκκινο το πάνω μέρος του κεφαλιού και το σβέρκο. Το κάτω μέρος είναι άσπρο με μαύρες ραβδώσεις στα πλευρά. Οι φτερούγες έχουν έντονες μαύρες και άσπρες ραβδώσεις. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Στραβολαίμης (Jynx torquilla)

Μέγεθος 16,5 εκ. Μοιάζει με το δρυοκολάπτη. Έχει μακριά ουρά, μακριά γλώσσα που την απλώνει για να μαζεύει μυρμήγκια, μικρό κεφάλι και ράμφος. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Μικρογαλιάντρα (Calandrella brachydactyla)

Μέγεθος 14 εκ. Καστανοκίτρινο το πάνω μέρος με σκούρες έντονες ραβδώσεις αλλά με άσπρο το κάτω μέρος. Χωρίς λοφίο, με κοντό, μυτερό, κίτρινο ράμφος. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Κατσουλιέρης (Calerida cistata)

Μέγεθος 17 εκ. Κύριο χαρακτηριστικό είναι το πάντα ανασηκωμένο λοφίο. Το πάνω μέρος του σώματος είναι γκριζοκάστανο και το κάτω μέρος κιτρινοκάστανο με γραμμές στο στήθος. Έχει σχετικά κοντή ουρά που είναι σκούρα. Απαντάται σε θαμνότοπους και γεωργικές καλλιέργειες.

 

Δεντροσταρήθρα (Lullula arborea)

Μέγεθος 15 εκ. Έχει μικρό στρογγυλό λοφίο, η ουρά έχει άσπρη άκρη. Κάθεται στα δέντρα αλλά βόσκει στο έδαφος πολλές ώρες σε μικρές ομάδες. Απαντάται σε γεωργικές καλλιέργειες.

 

Γαλιάντρα (Melanocorypha calandra)

Μέγεθος 19 εκ. από τους μεγαλύτερους κορυδαλλούς με ανοιχτοκίτρινο ράμφος και 2 μαύρα μπαλώματα δεξιά και αριστερά του λαιμού. Το ανοιχτοκίτρινο στήθος έχει λίγες αραιές καστανές ραβδώσεις. Απαντάται σε γεωργικές καλλιέργειες.

 

Χελιδόνι (Hirundo rustica)

Μέγεθος 19 εκ. Κύριο χαρακτηριστικό του η μακριά διχαλωτή ουρά. Το πάνω μέρος είναι σκούρο μπλε , το μέτωπο και ο λάρυγγας είναι καστανοκόκκινα και το υπόλοιπο του στήθους και της κοιλιάς άσπρο. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

Δενδροχελίδονο (Hirundo daurica)

Μέγεθος 18 εκ. Ξεχωρίζει με το κοκκινοκίτρινο ουροπύγιο και το καστανοκόκκινο σβέρκο. Το κεφάλι και η ράχη είναι μπλε. Το κάτω μέρος και ο λάρυγγας είναι κιτρινωπά. Η ουρά είναι διχαλωτή αλλά όχι πολύ μυτερή. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους.

 

Σπιτοχελίδονο (Delichon urbica)

Μέγεθος 13 εκ. Και αυτό το χελιδόνι το συναντούμε στις πόλεις αλλά και στην εξοχή. Εύκολα ξεχωρίζεται από το κατάλευκο κάτω μέρος και ουροπύγιο που του προσδίδουν ασπρόμαυρη εμφάνιση. Η ουρά είναι κοντή, διχαλωτή και στρογγυλευμένη.

 

Βραχοχελίδονο (Ptyonoprogne rupestris)

Μέγεθος 14,5 εκ. Το κάτω μέρος του σώματος είναι ανοιχτό καστανό με σκούρα στίγματα στο λάρυγγα. Η κοιλιά και η ουρά είναι σκούρες καστανές. Απαντάται σε βραχώδεις περιοχές.

 

Δενδροκελάδα (Anthus trivialis)

Μέγεθος 15 εκ. Εδαφόβιο πτηνό αλλά συχνά τη βλέπουμε στα δέντρα. Μοιάζει πολύ με τη Λιβαδοκελάδα. Κύρια χαρακτηριστικά είναι το πάνω μέρος του σώματος καστανό με μαύρες ραβδώσεις. Το στήθος κιτρινωπό με στίγματα. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Λιβαδοκελάδα (Anthus pratensis)

Μέγεθος 14,5 εκ. Οι διαφορές με τη δενδροκελάδα είναι ότι το πάνω μέρος του σώματος είναι πιο λαδί, το στήθος άσπρο και με περισσότερα στίγματα. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Λευκοσουσουράδα (Motacila alba)

Μέγεθος 18 εκ. Ασπρόμαυρο κεφάλι, ανοιχτόγκριζη ράχη και ουροπύγιο και λευκή κοιλιά. Το μόνο ασπρόμαυρο πουλί αυτού του μεγέθους με τόσο μακριά ουρά. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

Σταχτοσουσουράδα (Motacila cinerea)

Μέγεθος 18 εκ. Θυμίζει τη λευκοσουσουράδα αλλά έχει πιο μακριά μαύρη ουρά. Το πάνω μέρος είναι γαλαζόγκριζο και το κάτω μέρος κίτρινο. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Κιτρινοσουσουράδα (Motacila flava feldegg)

Μέγεθος 16,5 εκ. Με λίγο πιο κοντή ουρά από τις προηγούμενες με πρασινοκίτρινο το πάνω μέρος και κίτρινο το κάτω. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Αετομάχος (Lanius collurio)

Μέγεθος 17 εκ. Το μόνο είδος της οικογένειας που έχει ολοφάνερες διαφορές μεταξύ αρσενικού και θηλυκού. Ο αρσενικός έχει γαλαζόγκριζο κεφάλι και ουροπύγιο, καστανοκόκκινη ράχη και μαύρη ταινία στα μάτια που χωρίζει το λεπτό άσπρο φρύδι από τα κατάλευκα μάγουλα και το λαιμό. Η ουρά μαύρη με άσπρα εξωτερικά φτερά. Το κάτω μέρος είναι ασπρορόδινο. Η θηλυκή έχει άτονα καστανοκόκκινα χρώματα στο πάνω μέρος και ανοιχτά καστανοκίτρινα στο κάτω. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Γαιδουροκεφάλας (Lanius minor)

Μέγεθος 20 εκ. Έχει ανοιχτορόδινο το κάτω μέρος, δεν έχει άσπρο φρύδι και έχει σχετικά μακρύτερες φτερούγες, κοντύτερη ουρά και κοντόχοντρο ράμφος. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Τρυποφράχτης (Troglodytes troglodytes)

Μέγεθος 9,5 εκ. Μικροσκοπικό, στρογγυλό, καστανόχρωμο πτηνό με πολλές ραβδώσεις και ανοιχτό καστανό μονόχρωμο λάρυγγα. Έχει μικρή κοκκινωπή ουρά, συνήθως ανασηκωμένη. Πετάει χαμηλά και ίσια και τρυπώνει στα βάτα και σε άλλους θάμνους.

 

Θαμνοψάλτης (Prunella modularis)

Μέγεθος 14,5 εκ. Σκούρο γκρίζο κεφάλι και κάτω μέρος του σώματος αλλά με σκούρο καφέ στέμμα και περιοχή των αυτιών. Το πάνω μέρος είναι επίσης σκούρο καφέ με μαύρες ραβδώσεις. Τα πλευρά είναι ραβδωτά. Το ράμφος είναι μαυριδερό και λεπτό. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Δεντροφυλλοσκόπος (Phylloscopus collybita)

Μέγεθος 11 εκ. Μοιάζει καταπληκτικά με τον θαμνοφυλλοσκόπο. Οι διαφορές εντοπίζονται στα πιο σκούρα πόδια και στη φωνή του. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Δασοφυλλοσκόπος (Phylloscopus sibilatrix)

Μέγεθος 13 εκ. Ο μεγαλύτερος του γένους phylloscopus της περιοχής. Ξεχωρίζει με το κιτρινοπράσινο του πάνω μέρος του σώματος, το ζωηρό κίτρινο του λάρυγγα και του στήθους, την άσπρη κοιλιά, τα κίτρινα πόδια. Απαντάται σε δασώδεις περιοχές καθώς και σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Θαμνοτσιροβάκος (Sylvia communis)

Μέγεθος 14 εκ. Το αρσενικό έχει γκρίζο κεφάλι, άσπρο λάρυγγα και κοκκινωπές φτερούγες ενώ το θηλυκό έχει καστανό κεφάλι και αμυδρή ρόδινη απόχρωση στο στήθος. Το κάτω μέρος του σώματος είναι ανοιχτόχρωμο ρόδινο και τα εξωτερικά φτερά της ουράς άσπρα. Απαντάται σε θαμνώδεις εκτάσεις.

 

Κηποτσιροβάκος (Sylvia borin)

Μέγεθος 14 εκ. Το πάνω μέρος του σώματος είναι ομοιόμορφα καστανόγκριζο και το κάτω άσπρο. Το κεφάλι είναι στρογγυλό και το ράμφος σχετικά κοντό. Τα πόδια είναι γκριζωπά με γαλάζια απόχρωση. Απαντάται σε δασώδεις και θαμνώδεις περιοχές.

 

Δενδροτσιροβάκος (Sylvia hortensis)

Μέγεθος 15 εκ. Το πάνω μέρος του σώματος είναι σκούρο γκρίζο. Το κεφάλι είναι μαύρο μέχρι κάτω από τα μάτια και το σβέρκο. Ο λάρυγγας είναι άσπρος. Το θηλυκό έχει πιο απαλά χρώματα. Απαντάται σε δασώδεις περιοχές.

 

Μαυροσκούφης (Sylvia atricapilla)

Μέγεθος 14 εκ. Το αρσενικό ξεχωρίζει από τον δεντροτσιροβάκο στο ότι έχει μαύρο κεφάλι, ανοιχτό γκρίζο το κάτω μέρος του σώματος. Και τα δύο (2) φύλα έχουν σκούρο γκρίζο το πάνω μέρος και ανοιχτό γκρίζο λάρυγγα. Το κεφάλι της θηλυκής είναι καστανοκόκκινος και το κάτω μέρος ανοιχτό καστανό.

 

Μαυροτσιροβάκος (Sylvia melanocephala)

Μέγεθος 13,5 εκ. Το αρσενικό έχει γκρίζο το πάνω μέρος, άσπρο το κάτω με ανοιχτόγκριζα πλευρά. Η θηλυκή είναι καστανωπή. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

 

Μουστακοτσιροβάκος (Sylvia ruppelli)

Μέγεθος 14 εκ. Το αρσενικό έχει μαύρο κεφάλι και λάρυγγα καθώς και άσπρη ράβδωση στα μάγουλα. Τα μάτια είναι κόκκινα. Το πάνω μέρος του σώματος είναι σκούρο γκρίζο, το κάτω άσπρο και η ουρά με έντονο άσπρο στα εξωτερικά φτερά. Η θηλυκιά έχει πιο ανοιχτά χρώματα, άσπρο λάρυγγα και καστανοκόκκινα πόδια. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Κοκκινοτσιροβάκος (Sylvia cantillians)

Μέγεθος 12 εκ. Το αρσενικό έχει γαλαζόγκριζο το πάνω μέρος του σώματος, ο λάρυγγας και το στήθος είναι πορτοκαλοκόκκινα. Το θηλυκό και τα ανήλικα πουλιά έχουν ανοιχτότερα χρώματα με ανοιχτό ρόδινο το κάτω μέρος. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Χρυσοβασιλίσκος (Regulus regulus)

Μέγεθος 9 εκ. Διαφέρει από όλους τους φυλλοσκόπους με το μικροσκοπικό ράμφος, το μαύρο πλαίσιο στο πάνω του κεφαλιού που είναι πορτοκαλί στο αρσενικό και κίτρινο στο θηλυκό. Το πάνω μέρος πράσινο λαδί, το κάτω θαμπό ασπροκίτρινο. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Μυγοχάφτης (Muscicapa striata)

Μέγεθος 14 εκ. Το πάνω μέρος είναι γκρίζο με μαυριδερά στίγματα στο κεφάλι και ελαφριές ραβδώσεις στο άσπρο στήθος. Τα φύλα είναι όμοια. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Νανομυγοχάφτης (Ficedula parva)

Μέγεθος 11,5 εκ. Ο μικρότερος μυγοχάφτης της περιοχής. Το πάνω μέρος καστανόγκριζο, το κάτω ανοιχτοκίτρινο αλλά το στήθος και ο λάρυγγας του αρσενικού είναι πορτοκαλοκόκκινα. Η ουρά είναι μαύρη με έντονο άσπρο στα εξωτερικά φτερά κοντά στη βάση της. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Μαυρομυγοχάφτης (Ficedula hypoleuca)

Μέγεθος 13 εκ. Την εποχή της αναπαραγωγής ο αρσενικός είναι μαύρος στο πάνω μέρος του σώματος και στο κεφάλι. Το κάτω μέρος είναι άσπρο. Έχει επίσης μικρή άσπρη κηλίδα στο μέτωπο και λίγο άσπρο στις φτερούγες. Το φθινόπωρο μοιάζει με το θηλυκό – καστανό λαδί το πάνω μέρος, ασπροκίτρινο το κάτω, διατηρεί όμως την άσπρη κηλίδα στο μέτωπο. Τα νεαρά μοιάζουν με τα θηλυκά αλλά έχουν λίγα στίγματα. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Κοκκινολαίμης (Erithacus rubecula)

Μέγεθος 14 εκ. Έχει πορτοκαλοκόκκινο στήθος και μέτωπο, ομοιόμορφα καστανό το πάνω μέρος και σκουροκάστανη ουρά που είναι άσπρη από κάτω. Τα νεαρά χωρίς κόκκινα χρώματα έχουν πολλά καστανά στίγματα. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Αηδόνι (Luscinia megarhynchos)

Μέγεθος 16,5 εκ. Πουλί με εντυπωσιακό τραγούδι αλλά χωρίς εντυπωσιακά χαρακτηριστικά στην εμφάνιση εκτός από τη καστανοκόκκινη ουρά. Το πάνω μέρος του σώματος είναι σκούρο καστανό και το κάτω ανοιχτό καστανό. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Πετροκότσυφας (Monticola saxatilis)

Μέγεθος 19 εκ. Από τα πιο εντυπωσιακά βουνίσια πουλιά. Το καλοκαίρι το αρσενικό έχει ανοικτό γαλάζιο κεφάλι, λαιμό και ώμους, άσπρη κάτω ράχη, μαύρες φτερούγες και κεραμιδί το κάτω μέρος του σώματος. Το χειμώνα τα χρώματα ατονούν. Το θηλυκό και τα ανήλικα είναι διάστικτα καστανά στο πάνω μέρος και κιτρινοκάστανα στο κάτω. Απαντάται σε άγονες περιοχές και ορθοπλαγιές.

 

Γαλαζοκότσυφας (Monticola solitarius)

Μέγεθος 20 εκ. Το αρσενικό ξεχωρίζει με το βαθύ γαλάζιο φτέρωμα και τις μαυριδερές φτερούγες και ουρά. Η θηλυκή μοιάζει με τη θηλυκή του πετροκότσυφα αλλά είναι σκουρότερη, καστανογάλανη και χωρίς κοκκινωπό χρώμα στην ουρά. Απαντάται σε άγονα και ορθοπλαγιές.

 

Ασπροκώλα (Oenanthe hispanica)

Μέγεθος 14,5 εκ. Έχει ποικίλους συνδυασμούς χρωμάτων. Το αρσενικό είναι διμορφικό πουλί, είτε με μαύρο μπάλωμα που καλύπτει μάτια, μάγουλα, λάρυγγα είτε με μπάλωμα που δεν καλύπτει τον άσπρο λάρυγγα. Οι φτερούγες είναι μαύρες. Η ράχη είναι κιτρινοκάστανη ανοιχτή με πιο ανοιχτόχρωμο κεφάλι. Το στήθος είναι επίσης κιτρινοκάστανο και κοιλιά άσπρη. Η θηλυκή έχει πιο μαύρες φτερούγες και μάγουλα από τον αρσενικό. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Κοκκινούρης (Phoenicurus phoenicurus)

Μέγεθος 14 εκ. Το κόκκινο ουροπύγιο και η ομόχρωμη ουρά που κινείται τρεμουλιαστά σχεδόν αδιάκοπα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του. Το αρσενικό έχει άσπρο μέτωπο, μαύρο λάρυγγα και μάγουλα, γκρίζα ράχη και πορτοκαλοκόκκινο στήθος και πλευρά. Το θηλυκό είναι γκριζοκάστανο στο πάνω μέρος και κιτρινοκάστανο στο κάτω. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Καστανολαίμης (Saxicola rubetra)

Μέγεθος 13 εκ. Ξεχωρίζει με την έντονη οφθαλμική λωρίδα και το άσπρο στη βάση και στα πλάγια της ουράς. Το κεφάλι και το πάνω μέρος του αρσενικού είναι καστανό με ραβδώσεις. Έχει μαύρες φτερούγες με άσπρο γαλόνι. Ο λάρυγγας και το στήθος είναι κιτρινοκάστανα. Το θηλυκό έχει ωχρότερα χρώματα με ανοιχτοκίτρινη οφθαλμική λωρίδα και μικρότερο γαλόνι στις φτερούγες. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Μαυρολαίμης (Saxicola torquata)

Μέγεθος 13 εκ. Το αρσενικό στο πάνω μέρος είναι μαυριδερό με μικρό άσπρο μπάλωμα στο ουροπύγιο. Το κάτω μέρος είναι ξανθοκόκκινο. Το κεφάλι και ο λάρυγγας είναι μαύρα με λίγο άσπρο δεξιά και αριστερά του λαιμού. Το θηλυκό και τα ανήλικα είναι καστανά με μαύρες ραβδώσεις, χωρία άσπρο μπάλωμα στο ουροπύγιο και με μερικά στίγματα στο λαιμό. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Κότσυφας (Turdus merula)

Μέγεθος 25,5 εκ. Ο αρσενικός είναι μαύρος με κίτρινο ράμφος και κίτρινο οφθαλμικό δακτύλιο. Το θηλυκό έχει καστανό ράμφος και λιγότερα στίγματα στον άσπρο λάρυγγα και το στήθος. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και γεωργικές καλλιέργειες.

Τσίχλα (Turdus philomelos)

Μέγεθος 23 εκ. Το πάνω μέρος είναι καστανό, κιτρινωπό με έντονα στίγματα και με μικρότερα στα πλευρά. Η κάτω επιφάνεια των φτερούγων είναι επίσης κιτρινωπή. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Κοκκινότσιχλα (Turdus iliacus)

Μέγεθος 21 εκ. Ξεχωρίζει με τα καστανοκόκκινα πλευρά καθώς και με το ασπροκίτρινο φρύδι. Στο πάνω μέρος είναι σκουρότερη από όλες τις καστανωπές τσίχλες. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Τσαρτσάρα (Turdus viscivorus)

Μέγεθος 27 εκ. Η μεγαλύτερη από τις τσίχλες που απαντούν στην Ελλάδα. Το πάνω μέρος είναι γκριζωπό και το κάτω ασπρουδερό με μεγάλα και πυκνά στίγματα. Η ουρά είναι γκριζοκάστανη με άσπρες άκρες στα εξωτερικά φτερά. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Κεδρότσιχλα (Turdus pilaris)

Μέγεθος 25,5 εκ. Μικρότερη από τη γερακότσιχλα και μεγαλύτερη από τη τσίχλα. Έχει γαλαζόγκριζο κεφάλι και ουροπύγιο, καστανή ράχη, έχει άσπρες ανταύγειες στη επιφάνεια των φτερούγων, ουρά μαύρη, λάρυγγας και στήθος βαθύ κίτρινο με έντονες ραβδώσεις. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Καλόγερος (Parus major)

Μέγεθος 14 εκ. Μαύρο κεφάλι, άσπρα μάγουλα, κίτρινο κάτω μέρος, το πάνω μέρος πρασινωπό γαλαζόγκριζο. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Γαλαζοπαπαδίτσα (Parus caeruleus)

Μέγεθος 11,5 εκ. Έχει χτυπητά μπλε και κίτρινα χρώματα. Κεφάλι, φτερούγες και ουρά είναι φωτεινά γαλάζια, το κάτω μέρος κίτρινο, ράχη πρασινωπή. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Ελατοπαπαδίτσα (Parus ater)

Μέγεθος 11,5 εκ. Κύριο χαρακτηριστικό της το άσπρο μπάλωμα στο σβέρκο του μαύρου κεφαλιού, τα μάγουλα άσπρα, το πάνω μέρος του σώματος γκριζωπό λαδί με διπλό άσπρο γαλόνι στις φτερούγες, το κάτω μέρος άσπρο με καστανοκίτρινα πλευρά. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Κλειδωνάς (Parus lugubris)

Μέγεθος 14 εκ. Το πάνω μέρος του σώματος είναι καστανόγκριζο και το κάτω άσπρο με ανοιχτό καστανό χρώμα  στα πλευρά. Το κεφάλι και ο σβέρκος μαύρα προς το καστανό, μάγουλα άσπρα, και μαύρος λάρυγγας. Απαντάται σε θαμνότοπους.

 

Βουνοπαπαδίτσα (Parus montanus)

Μέγεθος 11,5 εκ. Δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση για τους βάλτους. Έχει μαύρο κεφάλι, άσπρο γαλόνι στις φτερούγες και τα πλευρά του ασπρόγκριζου κάτω μέρους έχουν βαθύ καστανοκίτρινο χρώμα.

 

Βραχοτσοπανάκος (Sitta neumayer)

Μέγεθος 14 εκ. Το πάνω μέρος είναι γαλαζόγκριζο αλλά το κάτω είναι θαμπό άσπρο με ανοιχτό καστανοκίτρινο στα πλευρά. Συχνάζει και φωλιάζει στα βράχια.

 

Δενδροτσοπανάκος (Sitta europaea)

Μέγεθος 14 εκ. Το πάνω μέρος είναι γαλαζόγκριζο και πορτοκαλί το κάτω, άσπρα μάγουλα και λάρυγγα. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Βουνοδενδροβάτης (Certhia familiaris)

Μέγεθος 12,5 εκ. Το πάνω μέρος είναι καστανό με καστανοκίτρινες ραβδώσεις και το κάτω ασημένιο άσπρο. Το ράμφος μακρύ, λεπτό, κυρτό. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Καμποδενδροβάτης (Certhia brachydactyla)

Μέγεθος 12,5 εκ. Είναι δύσκολο να τον ξεχωρίσουμε από τον βουνοδενδροβάτη, ωστόσο η ουρά του είναι λιγότερο κοκκινωπή, πιο καστανή, καστανά πλευρά, μακρύτερο ράμφος και πιο κυρτό. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Τσιφτάς (Miliaria calandra)

Μέγεθος 18 εκ. Το μεγαλύτερο πουλί της οικογένειας Emberizidae. Έχει καστανόγκριζο φτέρωμα και σκούρες ραβδώσεις σε όλο το σώμα. Το ράμφος και τα πόδια είναι κιτρινωπά. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και γεωργικές καλλιέργειες.

 

Βλάχος (Emberiza hortulana)

Μέγεθος 16,5 εκ. Έχει καστανή κοιλιά, κίτρινο λάρυγγα, γκριζοπράσινο κεφάλι και στήθος, κίτρινο οφθαλμικό δακτύλιο και κόκκινο ράμφος. Το πάνω μέρος είναι καστανό με μαύρες ραβδώσεις. Το θηλυκό έχει στίγματα στο στήθος. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους, άγονες περιοχές και ορθοπλαγιές.

 

Σκουρόβλαχος (Emberiza caesia)

Μέγεθος 16 εκ. Μοιάζει με το βλάχο, αλλά έχει γαλαζόγκριζο κεφάλι και στήθος και κόκκινο λάρυγγα. Το θηλυκό δεν έχει κίτρινο στο λαιμό. Απαντάται σε άγονες περιοχές και ορθοπλαγιές.

 

Χρυσοτσίχλονο (Emberiza citrinella)

Μέγεθος 16,5 εκ. Το αρσενικό έχει στο κεφάλι κίτρινο όπως και στο κάτω μέρος του σώματος, η ράχη και τα πλευρά με σκούρες καστανές ραβδώσεις. Το θηλυκό και τα νεαρά άτομα έχουν περισσότερα καστανά και λιγότερα κίτρινα χρώματα αλλά έχουν το καστανοκόκκινο ουροπύγιο. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Σιρλοτσίχλονο (Emberiza cirlus)

Μέγεθος 16,5 εκ. Το αρσενικό έχει σκούρο λαδοπράσινο κεφάλι, μαύρο λάρυγγα, κίτρινες γραμμές πάνω και κάτω από το μάτι, η ράχη και τα πλάγια του στήθους είναι καστανά και στα πλευρά υπάρχουν ραβδώσεις. Το χαρακτηριστικό της θηλυκής είναι το λαδοπράσινο ουροπύγιο. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Αμπελουργός (Emberiza melanocephala)

Μέγεθος 16,5 εκ. Κύρια χαρακτηριστικά του το ολόμαυρο κεφάλι και το σκέτο κίτρινο κάτω μέρος του σώματος. Το κεφάλι γίνεται καστανωπό το φθινόπωρο. Η ουρά είναι καστανή και το ουροπύγιο ανοιχτότερο καστανό. Το θηλυκό έχει στο πάνω μέρος λαδοκάστανα χρώματα με ραβδώσεις και ξεχωρίζει με το κίτρινο κάτω μέρος. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και γεωργικές καλλιέργειες.

 

Βουνοτσίχλονο (Emberiza cia)

Μέγεθος 16 εκ. Το αρσενικό εύκολα ξεχωρίζει με το σταχτί λάρυγγα και το σταχτί κεφάλι που έχει μαύρες γραμμές. Επίσης χαρακτηριστικό είναι το κοκκινοκάστανο κάτω μέρος του σώματος και το χωρίς ραβδώσεις καστανό ουροπύγιο. Το πάνω μέρος είναι σκούρο καστανό με μαύρες ραβδώσεις. Το θηλυκό έχει άτονα καστανά χρώματα με ραβδώσεις στο στήθος και στα πλευρά. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους καθώς και σε άγονες περιοχές.

 

Φανέτο (Carduelis cannabina)

Μέγεθος 13,5 εκ. Την περίοδο της αναπαραγωγής το αρσενικό έχει κόκκινο μέτωπο και στήθος. Σε όλες τις εποχές του έτους έχει καστανούς ώμους και σκούρες καστανές φτερούγες. Η διχαλωτή ουρά είναι σκούρα καστανή με άσπρες γραμμές στις άκρες των φτερών. Το χειμώνα το στήθος είναι ανοιχτορόδινο και η κοιλιά καστανοκίτρινη με σκούρες καστανές ραβδώσεις. Το κεφάλι είναι γκριζωπό και το ράμφος σκουροκάστανο. Το θηλυκό και τα νεαρά άτομα δεν έχουν κόκκινα χρώματα και είναι περισσότερο καστανόγκριζα και με περισσότερες ραβδώσεις. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και γεωργικές καλλιέργειες.

 

Φλώρος (Carduelis chloris)

Μέγεθος 14,5 εκ. Το μεγαλύτερο πουλί της οικογένειας των Σπιζίδων. Ξεχωρίζει με τα ζωηρά κίτρινα γαλόνια στις φτερούγες καθώς και με το κίτρινο ουροπύγιο και τα κίτρινα μπαλώματα στη βάση της ουράς. Το χοντρό ράμφος είναι άσπρο. Το θηλυκό έχει ατονώτερα χρώματα προς το γκρίζο με λιγότερο κίτρινο. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Καρδερίνα (Carduelis carduelis)

Μέγεθος 12 εκ. Πολύχρωμο πουλί με κόκκινο πρόσωπο, μαύρο και άσπρο το πίσω και τα πλάγια του κεφαλιού, μαύρα, κίτρινα, και άσπρα χρώματα στις φτερούγες, ανοιχτή καστανή ράχη που καταλήγει σε άσπρο ουροπύγιο και μαυρόασπρη ουρά. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις καθώς και σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Λούγαρο (Carduelis spinus)

Μέγεθος 12 εκ. Το αρσενικό κιτρινοπράσινο με στέμμα και πηγούνι μαύρα. Η ράχη και τα πλευρά με σκούρες ραβδώσεις. Κίτρινες είναι επίσης οι ραβδώσεις στις φτερούγες, τα πλάγια της ουράς. Το θηλυκό και τα ανήλικα είναι γκριζωπά με λιγότερο κίτρινα χρώματα, καθόλου μαύρο στο κεφάλι. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Χονδρομύτης (Coccothraustes coccothraustes)

Μέγεθος 18 εκ. Έχει πολύ χοντρό ράμφος, μεταλλικό γαλάζιο το καλοκαίρι, ωχροκίτρινο το χειμώνα. Ο γενικός χρωματισμός είναι καστανωπός με το κάτω μέρος ελαφρά ρόδινο. Οι φτερούγες έχουν γαλαζόμαυρες άκρες και φαρδύ άσπρο γαλόνι. Το θηλυκό έχει ωχρότερα καστανωπά χρώματα και τα ανήλικα σκούρες ραβδώσεις στα ωχροκίτρινα πλευρά και κίτρινο μπάλωμα στο λαιμό. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις, σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Σπίνος (Fringilla coelebs)

Μέγεθος 15 εκ. Ξεχωρίζει ιδίως όταν πετάει με το διπλό ζωηρό άσπρο γαλόνι στις φτερούγες, το άσπρο στα εξωτερικά φτερά της ουράς και το επίσης άσπρο μπάλωμα στους ώμους. Ο αρσενικός έχει ροδοκόκκινο το κάτω μέρος του σώματος, γαλαζόγκριζο κεφάλι και σβέρκο, πράσινο ουροπύγιο και καστανωπή ράχη. Στο θηλυκό και τα νεαρά το πάνω μέρος είναι θαμπό πράσινο λαδί και το κάτω γκριζωπό. Απαντάται σε γεωργικές καλλιέργειες, θαμνότοπους, βοσκότοπους και δασώδεις εκτάσεις.

 

Χειμωνόσπινος (Fringilla montifrigilla)

Μέγεθος 14,5 εκ. Πουλί του Βορρά που το φθινόπωρο φτάνει μέχρι την Αττική. Ξεχωρίζει με το στενόμακρο άσπρο ουροπύγιο και το πορτοκαλοκίτρινο στήθος και ώμους. Ο αρσενικός έχει κεφάλι και μανδύα μαύρο την περίοδο της αναπαραγωγής που γίνονται καστανωπά το Χειμώνα όπως της θηλυκής και των ανηλίκων. Κιτρινωπή μύτη και μαύρες φτερούγες με κίτρινες ραβδώσεις. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Σταυρομύτης (Loxia curvirostra)

Μέγεθος 16,5 εκ. Ο πιο κοινός από τους σταυρομύτες του γένους loxia. Όπως και οι άλλοι έχει σταυρωτό ράμφος για να βγάζει τους σπόρους των κωνοφόρων δέντρων. Το φτέρωμα του αρσενικού είναι κυρίως κόκκινο ενώ της θηλυκής πράσινο λαδί με κίτρινο ουροπύγιο και κάτω μέρος. Όλα έχουν σκούρες καστανές φτερούγες και διχαλωτή ουρά. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Σκαρθάκι (Serinus serinus)

Μέγεθος 11,5 εκ. Πρασινοκίτρινο ραβδωτό πουλί με κοντόχοντρο ράμφος και ζωηρά κίτρινο ουροπύγιο. Το αρσενικό έχει επίσης ζωηρό κίτρινο μέτωπο, λάρυγγα και στήθος. Η θηλυκή είναι σκουρόγκριζα με περισσότερες ραβδώσεις και καθόλου κίτρινο στο ουροπύγιο. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Σπουργίτης (Passer domesticus)

Μέγεθος 14,5 εκ. Εύκολα ξεχωρίζουμε τον αρσενικό με το καστανό σβέρκο, το γκρίζο κεφάλι και ουροπύγιο, το μαύρο λάρυγγα και άσπρα μάγουλα. Το θηλυκό και τα νεαρά έχουν ανοιχτό καστανό το πάνω μέρος του σώματος και ανοιχτόγκριζο το κάτω. Απαντάται σε γεωργικές καλλιέργειες και κατοικημένες περιοχές.

 

Δεντροσπυργίτης (Passer montanus)

Μέγεθος 14 εκ. Τα δύο φύλα μοιάζουν μεταξύ τους και με τον αρσενικό σπουργίτη αλλά ξεχωρίζουν με το καστανό κεφάλι, το μικρό μπάλωμα στα άσπρα μάγουλα και το κιτρινοκάστανο ουροπύγιο. Απαντάται σε θαμνότοπους, βοσκότοπους και γεωργικές καλλιέργειες.

 

Πετροσπυργίτης (Petronia petronia)

Μέγεθος 14 εκ. Πιο ανοιχτόχρωμος από τους άλλους σπουργίτες, κοντή ουρά, πάνω μέρος ανοιχτό καστανό με άσπρες ραβδώσεις, το κάτω μέρος άσπρο με αμυδρές καστανωπές γραμμές. Στο πάνω μέρος του στήθους υπάρχει ωχροκίτρινο μπάλωμα. Απαντάται σε βραχώδη βουνά και σε ερείπια κτισμάτων.

 

Ψαρόνι (Sturnus vulgaris)

Μέγεθος 22 εκ. Το μαύρο πουλί που βλέπουμε σε μεγάλα σμήνη ιδίως το χειμώνα τόσο στην ύπαιθρο όσο και στις πόλεις. Το φτέρωμα έχει πρασινωπούς και πορφυρόχρωμους ιριδισμούς και πυκνά ασπρουδερά στίγματα. Η ουρά είναι κοντή και οι φτερούγες μυτερές. Το μακρύ μυτερό ράμφος είναι μαύρο το χειμώνα, κίτρινο την άνοιξη και το καλοκαίρι.

 

Συκοφάγος (Oriolus oriolus)

Μέγεθος 24 εκ. ο αρσενικός είναι πολύ διαφορετικός από τη θηλυκή, έχει χτυπητά κίτρινα χρώματα στο περισσότερο μέρος του σώματος και μαύρες φτερούγες και ουρά. Το θηλυκό είναι πρασινοκίτρινο με μαύρες φτερούγες και ουρά και με ασπρόγκριζο το κάτω μέρος. Απαντάται σε θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Κόρακας (Corvus corax)

Μέγεθος 64 εκ. Το μεγαλύτερο μαύρο πουλί της περιοχής. Ξεχωρίζει όχι μόνο από το μέγεθος αλλά και από το χοντρό, δυνατό ράμφος. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις και σε θαμνότοπους.

 

Κουρούνα (Corvus corone cornix)

Μέγεθος 47 εκ. Η ράχη και το κάτω μέρος του σώματος είναι σταχτιά. Το υπόλοιπο φτέρωμα είναι μαύρο. Το ράμφος είναι χοντρό και δυνατό. Απαντάται σε γεωργικές καλλιέργειες, θαμνότοπους, βοσκότοπους και δασώδεις εκτάσεις.

 

Κάργια (Corvus monedula)

Μέγεθος 33 εκ. Από μακριά φαίνεται ολόμαυρη αλλά το κάτω μέρος του σώματος είναι σκούρο γκρίζο, μάτια ανοιχτόγκριζα. Είναι η πιο μικρή από τις κορακίδες, με μικρό ράμφος. Την βλέπουμε συχνά στις πόλεις, σε παλιά κάστρα, ψηλούς βράχους, ερειπωμένα κτίρια, γεωργικές καλλιέργειες.

 

Κίσσα (Garrulus glandarius)

Μέγεθος 33 εκ. Το κάτω μέρος του σώματος είναι ανοιχτό ρόδινο και το πάνω καστανορόδινο. Στο κεφάλι έχει ασπρόμαυρες ραβδώσεις που συχνά ανασηκώνονται και σχηματίζουν λοφίο. Στις φτερούγες έχει έντονο άσπρο γαλόνι και γαλάζιες και μαύρες κηλίδες στα καλυπτήρια. Η ουρά είναι μαύρη και το ουροπύγιο άσπρο. Τα μάτια είναι γαλανά. Απαντάται σε δασώδεις εκτάσεις.

 

Καρακάξα (Pica pica)

Μέγεθος 46 εκ. Μαυρόασπρο πουλί με μακριά ουρά που το βλέπουμε συχνά σε χωριά. Τα ωμικά φτερά, η κοιλιά και τα πλευρά είναι άσπρα. Το υπόλοιπο φτέρωμα είναι μαύρο. Απαντάται σε γεωργικές καλλιέργειες, θαμνότοπους και βοσκότοπους.

 

Κραυγαετός (Aquila pomarina)

Είναι σχετικά μικρός αετός με μέγεθος 60 εκ. Το χρώμα του είναι καφέ ενώ τα νεαρά άτομα έχουν στα φτερά τους δυο σειρές άσπρες κηλίδες. Φωλιάζει στα θαμνοτόπια και τρέφεται με μικρά θηλαστικά, ερπετά, βατράχια, έντομα κτλ.

 

Χρυσαετός (Aquila chrysaetos)

Είναι μεγαλόσωμο και δυνατό πουλί με μήκος 1μ. και άνοιγμα φτερών τα 2,5 μ.Τα ενήλικα έχουν χρυσίζουσες αποχρώσεις στο πίσω μέρος του λαιμού. Το χρώμα του είναι σκούρο καφέ. Συνήθως πετάει πολύ ψηλά κάνοντας κύκλους χωρίς να χτυπά τα φτερά του.

 

Χρυσογέρακας (Falco biarmicus)

Μέγεθος 40εκ. Μοιάζει πολύ με τον πετρίτη (είναι ανοιχτότερου χρώματος και έχει στενότερο μουστάκι). Η ράχη του είναι καστανόξανθη (στα νεαρά άτομαπιο σκούρα καφέ). Η κοιλιά είναι γκριζωπή με καφέ ραβδώσεις και στο κεφάλι έχει κιτρινωπό κάλυμμα. Φωλιάζει συνήθως σε βράχια και σπανιότερα στα δάση.

 

Μαυροπελαργός (Ciconia nigra)

Ξεχωρίζει από τον λευκό πελαργό από το μαύρο γυαλιστερό φτέρωμα και μόνο το μέρος της κοιλιάς είναι λευκό. Είναι ένα δειλό μοναχικό πουλί. Φωλιάζει σε ερημικά παραποτάμια δάση. Μεταναστεύει την ίδια εποχή με τους υπόλοιπους πελαργούς.

 

Πελαργός (Ciconia ciconia)

 Είναι ο πιο κοινός πελαργός στη χώρα μας. Το μέγεθος του φτάνει το 1 μ. Το φτέρωμα του σώματος του είναι λευκό και των φτερών μαύρο. Το ράμφος του είναι γυαλιστερό, μυτερό και κόκκινο. Κόκκινα είναι και τα πόδια του. Τοποθετεί τη φωλιά του εκτός από τα δέντρα και σε ανθρώπινες εγκαταστάσεις. Είναι πολύ κοινωνικό είδος και τρέφεται με ψάρια, τρωκτικά, βατράχια, σκουλήκια, σαλιγκάρια κ.α.

 

Όρνιο (Gyps fulvus)

Κύριο χαρακτηριστικόείναι το γυμνό από πούπουλα γκρίζο κεφάλι. Το ράμφος είναι ανοικτού χρώματος πολύ ισχυρό και γαμψό. Το υπόλοιπο σώμα του έχει μήκος 1μ. περίπου και το πτέρωμά του είναι γκριζοκαφέ . Ζει σε βραχώδεις και απόκρημνες περιοχές. Τρέφεται με νεκρά ζώα.

 

Τσίφτης (Milvus migrans)

 Έχει σκούρο ξανθοκόκκινο χρώμα και υπόλευκο κεφάλι με ραβδώσεις. οι φτερούγες είναι στενές. Το μέγεθος του σώματός του είναι περίπου 55 εκ. Τρέφεται κυρίως με πτώματα και νεκρά ψάρια, κυνηγάει όμως και μικρότερα πουλιά ή μικρά ζώα.

 

Ασπροπάρης (Neophron percnopterus)

Ο μικρότερος γύπας της χώρας μας. Το μήκος του είναι 60-70 εκ. και το άνοιγμα των φτερούγων του 160-180 εκ. Τα ενήλικα έχουν λευκό χρώμα με μαύρα φτερά. Εκτός από ψοφίμια τρώει και έντομα, ερπετά και μικρά θηλαστικά. Φωλιάζει σε βράχια και σπηλιές.

 

Καλαμόκιρκος (Circus aeroginosus)

Μέγεθος 48-56 εκ. Διακρίνεται από τους άλλους κίρκους από το μεγαλύτερο μέγεθος, τις πλατύτερες φτερούγες και την απουσία λευκού στο ουροπύγιο. Το πτέρωμα ποικίλλει. Το ενήλικο αρσενικό διακρίνεται από τους άλλους κίρκους  από το ραβδωτό, κιτρινωπό κεφάλι, αυχένα και στήθος και το ζωηρά καστανό κάτω μέρος. Το θηλυκό και  τα ανήλικα αρσενικά είναι σκούρα καστανά με κρεμ κεφάλι κ ώμους. Κυνηγάει, εφορμώντας από χαμηλό ύψος στους καλαμιώνες.

 

Σπιζαετός (Hieraetus fasciatus)

Μέγεθος 66-74 εκ. Δυνατό και μαχητικό αρπακτικό κυνηγάει συχνά σε ζευγάρια και προτιμάει  πλαγιές με θάμνους ή αραιά δασωμένες. Τρέφεται με μεσαίου μεγέθους θηλαστικά και πουλιά.

 

Σαϊνι (Αccipiter brevipes)

 Υπάρχει κυρίως στα χαμηλά αλλά και στα ψηλότερα υψόμετρα και προτιμάει για φώλιασμα ψηλά δέντρα σε μικρές συστάδες κοντά σε ρέματα αλλά και στις πλαγιές των κοιλάδων. Τρέφεται με μικροπούλια, σαύρες, και μεγάλα έντομα.

 

Κιρκινέζι (Falco naumanni)

Φωλιάζει σε πεδινές κυρίως περιοχές χαμηλού υψομέτρου. Τρέφεται σε θερμές, ανοιχτές περιοχές με χαμηλή βλάστηση. Οι περιοχές αυτές περιλαμβάνουν λιβάδια, ψευδοστεπτικές εκτάσεις, μη εντατικές γεωργικές καλλιέργειες και περιστασιακά φρυγανότοπους και ανοιχτά δάση.

 

Ερπετοπανίδα

Οχιά (Vipera amnodytes)

Είναι ένα φίδι του οποίου το δάγκωμα μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Το μέσο μήκος του είναι 60-80 εκ. Απαντάται σε ξηρές, ηλιοκαμένες τοποθεσίες με πετρώδες έδαφος και όχι πολύ βλάστηση. Τα ενήλικα τρέφονται κυρίως με θηλαστικά μικρού μεγέθους και περιστασιακά με πουλιά, σαύρες και άλλα φίδια.

 

Λαφίτης (Elaphe quatorlineata)

Ο λαφίτης είναι ένα από τα μεγαλύτερα Ευρωπαϊκά φίδια και μπορεί να φτάσει ακόμη και σε μήκος 250 εκ. Συναντάται σε στεπώδης, ημίξηρες τοποθεσίες, καλυμμένες με θάμνους, ή στα κράσπεδα ανοιχτών φυλλοβόλων δασών. Τρέφεται κυρίως με τρωκτικά.

 

Σπιτόφιδο (Elaphe situla)

Το μήκος του φτάνει περίπου τα 100 εκ. Τρώει μικρά τρωκτικά, σαύρες και νεαρά πουλιά. Απαντάται σε ξηρές, πετρώδεις τοποθεσίες, σε σκιασμένες κοιλάδες με ρέματα και σε τάφρους δίπλα σε δρόμους.

 

Σαΐτα (Coluber najadum)

Πρόκειται για ένα φίδι με λεπτό σώμα που συνήθως έχει μήκος όχι μεγαλύτερο από 80 εκ. αν και κατ’ εξαίρεση μπορεί να φτάσει τα 130 εκ. Απαντάται σε βραχώδεις, ηλιόλουστες περιοχές, στους πρόποδες λόφων και βουνών, με αειθαλή βλάστηση ή ψηλό γρασίδι.

 

Τυφλίνος (Typhlops vermicularis)

Περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας κρυμμένος κάτω από πέτρες ή σε βαθιές υπόγειες στοές, τις οποίες σκάβει μόνο του. Απαντάται σε υγρές τοποθεσίες σε βουνά, σε αμμώδεις παραλίες και σε ξηρές στέπες. Η κύρια τροφή τους είναι τα μυρμήγκια.

 

Λιακόνι (Chalcides ocellatus)

Μήκος περίπου στα 20 εκ. Απαντάται σε ξηρές πεδινές τοποθεσίες με αμμώδες ή εύφορο – λασπώδες έδαφος. Τρέφονται κυρίως από έντομα και άλλα ασπόνδυλα.

 

Αβλέφαρος (Ablepharus kitaibelii)

O αβλέφαρος είναι ένα κομψό μικρό ζώο, μικρότερο από 10 εκ σε μήκος. Απαντάται κυρίως σε πεσμένα φύλλα στα όρια θερμών δρυοδασών και σε δασωμένες στέπες όπου αναπτύσσονται χνοώδης δρυς και άλλα φυλλοβόλα δέντρα.

 

Κονάκι (Anguis fragilis)

Αν και το κονάκι είναι σαύρα μπορεί εύκολα να μπερδευτεί με φίδι γιατί είναι άποδο. Απαντάται σε περίχωρα δασών και θαμνώνων, σε δασωμένες στέπες, σε καλλιεργημένες περιοχές, σε κήπους, σε όχθες με μεγάλους θάμνους.

 

Τοιχογουστέρα (Lacerta muralis)

Πρόκειται για είδος σαύρας με μήκος 15-20 εκ από το οποίο το 60% είναι η ουρά. Είναι κοινή σε πόλεις και σχηματίζει μικρές κοινωνίες σε παλιά κτίρια και ιστορικά μνημεία. Συχνάζει πάντα σε μέρη με υγρό μικροκλίμα, προτιμώντας κυρίως τα πεδινά και μόνο σε μερικά μέρη συναντάται σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 1000 μέτρων.

 

Τρανόσαυρα (Lacerta trilineata)

Η τρανόσαυρα είναι ένα μεγάλο είδος με μήκος πάνω από 50 εκ. Η τρανόσαυρα συναντάται κυρίως στα πεδινά, αποφεύγει τα βουνά και μόνο περιστασιακά βρίσκεται σε υψόμετρο πάνω από 1000 μέτρα. Τρέφεται με μικρά σπονδυλωτά και έντομα και περιστασιακά τρώει φρούτα πεσμένα στο έδαφος.

 

Κρασπεδωτή χελώνα (Testudo marginata)

Είναι η μεγαλύτερη χελώνα της ξηράς. Απαντάται σε ξηρά ηλιόλουστες καλυμμένες από θάμνους πλαγιές λόφων αλλά παραμένει κοντά σε νερό. Είναι σχεδόν αποκλειστικά φυτοφάγο είδος και τρέφεται κυρίως από μαλακά φύλα, βλαστούς θάμνων, γρασίδι και φρούτα που βρίσκει στο έδαφος.

 

 

Μεσογειακή χελώνα (Testudo hermanni)

Μήκος 25 εκ. Είναι κυρίως φυτοφάγες. Τρέφονται με φύλλα, τρυφερούς βλαστούς, γρασίδι και πεσμένα φρούτα, αλλά όταν δίνεται η ευκαιρία τρώνε επίσης και βραδυκίνητα ασπόνδυλα. Κατοικεί σε ξηρές τοποθεσίες, στα πεδινά και μερικές φορές ζει στις παραλίες.

 

Κυρτοδάκτυλος (Cyrtodactylus kotschyi)

Απαντάται σε παλιούς πέτρινους τοίχους σπιτιών, στα φώτα των δρόμων καταβροχθίζοντας κάθε μικρό έντομο και έχουν παρατηρηθεί να σκαρφαλώνουν σε βράχους αργά το απόγευμα, στο φως του ήλιου.

 

Τυφλίτης (Ophisaurus opodus)

Αυτή η σαύρα μοιάζει με φίδι στο μέγεθος και την εμφάνιση αλλά τα βλέφαρά του, οι ακουστικές σχισμές και άλλα χαρακτηριστικά δείχνουν ότι είναι σαύρα στενά συνδεδεμένη με το κονάκι. Είναι ένα μακρύ ερπετό που φτάνει έως 130 εκ. μήκος και το πιο πιθανό μέρος να βρεθεί είναι σε ηλιόλουστες άκρες αμπελώνων, σε ανοικτά δάση ή σε ελαιώνες. Η διατροφή του ποικίλει και αποτελείται από γυμνοσάλιαγκες, σαλιγκάρια, σκουλήκια, μικρά τρωκτικά και νεαρά πουλιά.

 

Ταυρική γουστέρα (Podarcis taurica)

Δεν έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις όσον αφορά τη διαμονή της και ζει πρακτικά παντού, σε χαντάκια δίπλα στους δρόμους, σε θαμνώδεις λόφους, βοσκότοπους και σάπια ξύλα. Οι συνήθειες, η διατροφή και η διαχείριση της σαύρας αυτής είναι παρόμοια με της Lacerta agilis.

 

Δενδρογαλιά (Coluber gemonensis)

Το φίδι αυτό συχνάζει σε πετρώδη εδάφη, αμπελώνες, ελαιώνες και γενικά σε περιοχές με πράσινη θαμνώδη βλάστηση. Είναι ένα τυπικό φίδι του εδάφους που δεν του αρέσει να σκαρφαλώνει σε δέντρα και θάμνους. Το μέσο μήκος του είναι 100 εκ -120 εκ. Το κύριο θήραμα του φιδιού αυτού είναι οι σαύρες αλλά επίσης και νεαρά πουλιά καθώς και μικρά θηλαστικά.

 

Γατόφιδο (Telescopus fallax)

Απαντάται σε ζεστές, ξερές και πετρώδεις περιοχές. Κατά τη διάρκεια της ημέρας κρύβεται κάτω από μεγάλες πέτρες, σε σχισμές ή πέτρινους τοίχους και κυνηγά νωρίς το πρωί ή μετά το σούρουπο. Ζει σχεδόν αποκλειστικά με μικρές σαύρες.

 

Νερόφιδο (Natrix natrix)

Το φίδι αυτό είναι το πιο κοινό απ’ όλα τα Ευρωπαϊκά φίδια και συναντάται δίπλα σε ποτάμια, έλη, μικρές λίμνες και σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις δίπλα σε λίμνες. Τρέφεται με διάφορα αμφίβια και σπανίως με θηλαστικά που συναντούνται δίπλα στο νερό. Διαχειμάζει σε σχισμές βράχων, σε βαθιές φωλιές τρωκτικών, κούφια δέντρα και άλλα παρόμοια καταφύγια συχνά σε μεγάλη απόσταση από το νερό.

Αμφίβια

Σαλαμάνδρα (Salamandra salamandra)

Η σαλαμάνδρα, η οποία φτάνει τα 20εκ. μήκος, είναι ένα από τα μεγαλύτερα και πιο όμορφα χρωματισμένα αμφίβια της Ευρώπης. Όντας νυκτόβιο ζώο, βγαίνει έξω από τη κρυψώνα της κατά τη διάρκεια της ημέρας μόνο μετά από βαριά βροχή. Τρέφεται με σαλιγκάρια, γυμνοσάλιαγκες, ορισμένα σκαθάρια, μυριόποδα και διάφορα είδη σκουλικιών. Τα ενήλικα δεν περιορίζονται σε περιοχές που υπάρχει νερό, αλλά το χρειάζονται για την αναπαραγωγή τους.

 

Κοινός τρίτωνας (Triturus vulgaris)

Αυτό το είδος είναι ένα από τα πιο κοινά αμφίβια είδη της Ευρώπης. Συναντάται σε ακτές, κατά μήκος στάσιμων νερών, ή στις ακτές ποταμών που κυλούν αργά, σε χαμηλού υψομέτρου περιοχές, σε καλλιεργημένες περιοχές, αλλά και σε βουνά με υψόμετρο μέχρι και 1500 μ. Τρέφεται με διάφορα ασπόνδυλα, υδρόβια ή χερσαία ανάλογα με την εποχή.

 

Δενδροβάτραχος (Hyla arborea)

Εξαπλώνεται σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, εκτός από ορισμένα τμήματα της Γαλλίας και Ισπανίας. Το μήκος των ενηλίκων φτάνει τα 5 εκ. Είναι κυρίως νυκτόβιο είδος και προτιμά περιοχές με θάμνους και δέντρα. Είναι αναρριχώμενο είδος βατράχου που σπάνια κατεβαίνει στο έδαφος. Τρέφεται με ιπτάμενα έντομα τα οποία συλλαμβάνει με μεγάλη ευκινησία.

 

Ευκίνητος βάτραχος (Rana dalmatica)

Είναι μικρός σε μέγεθος βάτραχος (μέχρι 6,5 εκ. για τα ενήλικα αρσενικά και μέχρι 8 εκ. για τα θηλυκά). Το χρώμα του είναι ανοιχτό κίτρινο με πράσινες ραβδώσεις στη πλάτη και τη κοιλιά. Είναι είδος βατράχου που ζει σε ρυάκια, μέσα ή γύρω από τα δάση. Προτιμά στάσιμα νερά ή νερά βραδείας ροής που διαθέτουν βλάστηση (καλάμια, υδρόβια φυτά).

 

Λιμνοβάτραχος (Rana ridibunda)

Είναι ο πιο συνηθισμένος βάτραχος. Ζει σε όλα τα στάσιμα ή βραδέως κινούμενα νερά. Ζει στο νερό σε περιοχές με πυκνή βλάστηση. Το χρώμα του είναι κιτρινοπράσινο έως πράσινο. Έχει πολύ μακριά πίσω άκρα και μπορεί να κάνει μεγάλα άλματα.

 

Χωματόφρυνος (Bufo bufo)

Είναι βάτραχος που μπορεί να ζήσει και σε ξηρά περιβάλλοντα. Χρειάζεται το νερό μόνο για να γεννήσει. Εναποθέτει τα αυγά του σε στάσιμα νερά ή σε νερά χαμηλής ταχύτητας ροής. Είναι νυχτόβιο ζώο. Τρέφεται με έντομα, και άλλα μικρά αρθρόποδα ή σκουλίκια. Στο δέρμα του έχει δηλητηριώδεις αδένες.

 

Πράσινος φρύνος (Bufo viridis)

Είναι μικρότερος από το χωματόφρυνο. Το χρώμα του είναι πράσινο με λευκές ραβδώσεις. Τα πόδια του δεν είναι πολύ μακριά και μπορεί να περπατά αρκετά καλά σε ξηρό έδαφος. Βιολογικά μοιάζει με το χωματόφρυνο.

 

Ελληνικός βάτραχος (Rana graeca)

Είναι είδος που εξαπλώνεται στη Βαλκανική χερσόνησο. Ζει σε στάσιμα ή βραδέως κινούμενα νερά. Συναντάται σε διάφορα είδη υψομέτρων από 240 μ – 1400μ.